Γιάννης Ιωαννίδης: Ο ΞΑΝΘΟΣ

Weekendman

Πολλοί από εσάς που τυχαίνει να διαβάζετε αυτό το άρθρο, θα έχετε σίγουρα συναντήσει έναν τουλάχιστον άνθρωπο που επιχείρησε να μειώσει την αγάπη σας προς τον αθλητισμό, με φράσεις οι όποιες είναι στην καλύτερη μια παραλλαγή του «τι σου αρέσει σε κάτι όπου 22 μαντράχαλοι κυνηγούν μια μπάλα» ή «γιατί σκας αφού αυτοί παίρνουν τα εκατομμύρια». Και πράγματι υπάρχει ένα δίκιο σε αυτήν τη θεώρηση των πραγμάτων, καθώς στην πραγματικότητα ο αθλητισμός είναι ένα δευτερεύον πράγμα στη ζωή μας. Παρόλα αυτά ο θάνατος διάσημων αθλητών, όπως του Kobe Bryant στις αρχές του 2020, υπενθυμίζει με δυσάρεστο τρόπο ότι είναι κάτι παραπάνω για εμάς. Το γιατί συμβαίνει αυτό μπορεί να εντοπιστεί σε διάφορους λόγους. Μεταξύ άλλων αθλητικό θέαμα υψηλού επιπέδου, αγωνία και αμφίρροπη εξέλιξη, μεγάλες αθλητικές προσωπικότητες, σύνδεση αθλητικών στιγμών με θετικές προσωπικές αναμνήσεις, αγωνία, η ζεστή ατμόσφαιρα ενός γηπέδου, έστω και αυτή η κάφρικη ελληνική, αλλά και το γεγονός ότι ο αθλητισμός είναι σαν ένα μακροχρόνιο σίριαλ, που δεν μπορείς να το εγκαταλείψεις εφόσον το ξεκίνησες.

Τα γήπεδα όμως δεν είναι μόνο ένας χώρος που ξετυλίγεται αποκλειστικά και μόνο το παιχνίδι της αγάπης, ιδιαίτερα αυτά της χώρας μας. Χρειάζονται και αυτοί οι “love to hate” τύποι που γεμίζεις μίσος για αυτούς, τους αποδοκιμάζεις με ότι έχεις και δεν έχεις και μειώνεις τα επιτεύγματα τους. Και το νούμερο 1 πρόσωπο σε όλο τον ελληνικό αθλητισμό, που ενσαρκώνει ίσως καλύτερα από όλους αυτόν τον ρόλο, είναι ο Γιάννης Ιωαννίδης, και ας έχει αφήσει την προπονητική από το 2003 και μετά.

7FFABBED-DB2A-4675-8392-4FD452BC0AE7

Ο Ιωαννίδης, γεννημένος στις 26 Φεβρουαρίου του 1945 στη Θεσσαλονίκη, είχε μια 18χρονη αγωνιστική καριέρα ως παίκτης, αποκλειστικά στον Άρη. Έμεινε όμως στην ιστορία με την ιδιότητα του προπονητή, όπως αποδεικνύουν τα 12 Πρωταθλήματα, τα 6 Κύπελλα Ελλάδος, οι 6 συμμετοχές σε Final 4, σε 3 από τις οποίες έφτασε σε τελικούς ως ο πρώτος Έλληνας coach που το κατόρθωνε αυτό. Ήταν όμως και αυτό το γιγαντιαίο, σχεδόν μυθικό, 85.31% ποσοστό νικών στην ελληνική Α1.

Ο Γιάννης Ιωαννίδης ήταν, χωρίς αμφιβολία, ο κορυφαίος Έλληνας coach της γενιάς του και ένας από τους κορυφαίους πανευρωπαϊκά εκείνα τα χρόνια. Ο ικανός όμως χρειάζεται και κάποια τύχη για να φτάσει σε αυτόν τον παραπάνω εντυπωσιακό απολογισμό, και βέβαια τις κατάλληλες συνθήκες γύρω του. Στον Άρη είχε την τύχη να προπονήσει τον Γκάλη, κι έπειτα από την άφιξη του Γιαννάκη στη Θεσσαλονίκη διέθετε το κορυφαίο περιφερειακό δίδυμο του ελληνικού μπάσκετ εκείνη την εποχή, που οι ξένοι στο εγχώριο πρωτάθλημα ήταν 0 (ΜΗΔΕΝ!) μέχρι το 1988, και ένας μέχρι την τελευταία season του Ξανθού στον Άρη το 1989-1990. Υπήρχαν βέβαια και οι Ελληνοποιημένοι, εκ της πρώην ενωμένης Γιουγκοσλαβίας ορμώμενοι (Misunov και Subotic), οι όποιοι παρείχαν ένα πλεονέκτημα βάθους, όπως και οι αντίστοιχοι Ελληνοποιημένοι στη μετέπειτα ερυθρόλευκη θητεία του Ιωαννίδη.

Επιπλέον, είχε την τύχη να προπονεί ομάδες με ισχυρές διοικήσεις που προστάτευαν το έργο του και ακόμα και οι, για πολλούς θρυλικές, τρεις συνεχόμενες παρουσίες του Άρη στα ευρωπαϊκά Final-4 ήταν βατές, συγκριτικά με τα σημερινά δεδομένα. Στο τότε σύστημα οι 8 ομάδες που έμεναν έπαιζαν σε ένα σύστημα Round Robin, όλοι εναντίον όλων, και οι μισές ομάδες έπαιρναν το εισιτήριο για το F4, σε εποχές που η μόνη περίπτωση να έβλεπες δεύτερη ομάδα από την ίδια χώρα ήταν να κατακτήσει τον πρόδρομο της Ευρωλίγκας – Κυπέλλου Πρωταθλητριών την αμέσως προηγούμενη χρονιά, και να αποτύχει στην υπεράσπιση του τίτλου στη χώρα της.

Υπήρχαν ακόμα οι ενιαίες Σοβιετική Ένωση και Γιουγκοσλαβία, και κατά συνέπεια λιγότερες χώρες και μικρότερος ανταγωνισμός. Μια-δυο ομάδες σε αυτούς τους ομίλους ήταν από Ολλανδία, Πολωνία και Γερμανία, από πιο αδύναμες μπασκετικά χώρες δηλαδή. Μπορεί να είναι εύκολο να κατηγορήσεις τον Ιωαννίδη για αναχρονιστικό μπάσκετ, τον κάπως τοξικό χαρακτήρα του, το ότι οι παιχταράδες τον έκαναν μάγκα, τη γραφικότητα του σε κάποιες εκδηλώσεις του χαρακτήρα του καθώς και για τη στάση του απέναντι στα γούρια, ως μέγας προληπτικός. Όμως αυτή θα ήταν μια, πιθανότατα, αφελέστατη προσέγγιση.

Xantos6

Το τότε σκηνικό της καλαθόσφαιρας δεν ήταν μόνο διαφορετικό εξαιτίας των κανονισμών, αλλά και εξαιτίας των δεδομένων εκείνης της εποχής για το ελληνικό μπάσκετ. Μια ελληνική καλαθόσφαιρα η όποια σε επίπεδο Εθνικής είχε για πολύ καιρό ως ταβάνι την όγδοη θέση, μετά το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ του 1949. Και σε συλλογικό επίπεδο, από το 1958 που είχαμε την Ευρωλίγκα στις διαφορές μορφές της, και μέχρι ο Άρης να καταφέρει να προκριθεί για πρώτη φορά σε εκείνο το Final-4 της Γάνδης το 1988, είδε 2 πορείες μέχρι τους 4 από ΑΕΚ και Παναθηναϊκό το 1966 και 1972 αντίστοιχα, 1 στους 8 από την ΑΕΚ το 1965. Ακόμα είχαμε 2 παρουσίες στους καλύτερους 6, με 1 μόλις νίκη σε 10 αγώνες από τους Ολυμπιακό και Παναθηναϊκό, στον όμιλο των 6 ομάδων που είχαν απομείνει, και οι οποίες πάλευαν για τις 2 θέσεις που οδηγούσαν στον τελικό.

Έτσι, παρά κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ το καλοκαίρι που προηγήθηκε (1987), το ότι την προηγούμενη περίοδο η Tracer έπρεπε να ανατρέψει την τεράστια διαφορά της ήττας στη Θεσσαλονίκη (-31) για να αποκλείσει τον Άρη σε knock out αγώνες στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, καθώς και την παρουσία του Άρη του Ιωαννίδη στα ημιτελικά του Κυπέλλου Korac το 1985, μόνο αυτονόητη δεν καθιστούσε την παρουσία στο Final-4. Το οποίο ως format είχε επανέλθει εκείνη τη season μετά το 1967, όταν η Ρεάλ είχε επικρατήσει της Olimpia Milano με 91-83. Αυτό που ενδεχομένως όμως να μην έχουν τόσο πολύ στο μυαλό τους οι νεότεροι, που έχουν γαλουχηθεί με έναν Άρη που κυριαρχούσε απόλυτα τη δεκαετία του 1980, με σχεδόν καθολική αποδοχή από το αθλητικό κοινό είναι ότι, στο εγχώριο πρωτάθλημα, η παρουσία του Γκάλη δεν εξασφάλιζε από μόνη της την κατάκτηση των πρωταθλημάτων.

Galis1a

Στην πραγματικότητα, όταν ο Ιωαννίδης παρατούσε την αγωνιστική καριέρα του, και την αμέσως επόμενη season του 1978-79 κατακτούσε στην πρώτη χρονιά της προπονητικής του καριέρας στον Άρη το πρώτο πρωτάθλημα του με ηγέτη τον Παπαγεωργίου, αυτό ήταν το παρθενικό για τους κιτρινόμαυρους της Θεσσαλονίκης μετά από 49 ολόκληρα χρόνια. Μάλιστα ο Γκάλης άρχιζε να παίζει μπάσκετ στην Ελλάδα την επόμενη season και χρειάστηκε να επιστρέψει ο Ιωαννίδης μετά από 3 χρόνια στον Άρη, ώστε να ξαναπάρουν πρωτάθλημα οι κιτρινόμαυροι της Θεσσαλονίκης και να σπάσει το ρόδι ο Γκάλης ύστερα από 3 αποτυχημένες απόπειρες. Ουσιαστικά έπρεπε να ανηφορίσει ο Γιαννάκης στη Βόρεια Ελλάδα, το 1984-85, για να αλλάξει για λογαριασμό της ομάδας με σήμα τον Θεό του Πολέμου τις ισορροπίες που ίσχυαν μέχρι τότε στο ελληνικό μπάσκετ, όπως έδειχνε μεταξύ των άλλων και ο απολογισμός των πρώτων 5 χρόνων του Γκάλη με 4 στα 5 χαμένα πρωταθλήματα, μετά και την απώλεια του πρωταθλήματος στο μπαράζ της Κέρκυρας από τον Παναθηναϊκό το 1984.

Βέβαια, η πορεία της καριέρας του μετά τον Άρη απέδειξε οριστικά ότι ο Ιωαννίδης δεν ήταν απλά ένας προπονητής που έτυχε να τον κουβαλήσουν οι σταρ σε επιτυχίες, αλλά έφτιαχνε και ο ίδιος σε σημαντικό βαθμό την πορεία της καριέρας του. Για του λόγου το αληθές αρκεί κανείς να δει τι έπρεπε να ξεπεράσει ο Ξανθός, σε ορισμένες περιπτώσεις της καριέρας του, και το πόσο γρήγορα έφερε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Βασιζόμενος σε λίγους star, στην άμυνα και σε παίκτες με συγκεκριμένους ρόλους, που πλαισίωναν τους αστέρες των ομάδων Ιωαννίδη. Από τον Ολυμπιακό του 1991-92, που διέθετε ένα ταπεινό roster με τον Zarko Paspalj μοναδικό παίκτη κλάσης και χωρίς ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, που χώθηκε ανάμεσα στις 2 μεγάλους της Θεσσαλονίκης και κατάφερε αυτό που δεν περίμενε κανείς, να εξασφαλίσει το εισιτήριο για το ευρωπαϊκό πρωτάθλημα μέχρι το, ακόμα μεγαλύτερο, κατόρθωμα της περιόδου 1992-93.

Τότε που ένας Ολυμπιακός με 2 αμούστακα ελληνοποιημένα Γιουγκοσλαβάκια στην πεντάδα του, τους Tomic και Tarlac, την πρόωρη αλλαγή ξένου (Berry αντί Higgins), το κακό ξεκίνημα στον ευρωπαϊκό όμιλο με 1-4 και την 4η θέση στην κανονική περίοδο στο ελληνικό πρωτάθλημα, έφτασε στην κατάκτηση του πρωταθλήματος και μια ανάσα από το Final-4 που θα γινόταν στην έδρα του, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Ακόμα όμως και στις περιπτώσεις που δεν έφερε τίτλο, τα επιτεύγματα παρέμεναν εντυπωσιακά και αναφερόμαστε φυσικά στη θητεία του στην ΑΕΚ. Με συνθήκες παρόμοιες με τον Ολυμπιακό, παραλαμβάνοντας ομάδα σε μετριότητα και εκτός Ευρώπης, την μετέτρεψε ανάλογα γρήγορα από μπασκετική κάμπια σε πεταλούδα, φτάνοντας στους ελληνικούς τελικούς του 1997, καθώς και στον τελικό της Ευρωλίγκας το 1998. Κάτι που δεν ήταν καθόλου εύκολο να συμβεί με την πρώτη, όταν ο Παναθηναϊκός των Γιαννακόπουλων χρειάστηκε 3 απόπειρες σε Final-4 για να φτάσει στον τελικό, ο Ολυμπιακός των Αγγελόπουλων ξόδεψε 6 χρόνια μέχρι να γευτεί τη γεύση ενός τελικού, η CSKA την δεκαετία του 2000 το κατάφερε με την τέταρτη συμμετοχή σε Final-4 Ευρωλίγκας και η Fenerbahce του Obradovic έπρεπε να περιμένει 3 έτη.

Φυσικά, σε όλα αυτά δεν είναι δυνατόν να ξεχάσουμε και την εξωαγωνιστική δράση του Ιωαννίδη, που δεν άφηνε να πέσει τίποτα κάτω. Και αν κάποιος τον κατηγορούσε για διαιτητική εύνοια ήταν πάντα έτοιμος για λεκτική αντεπίθεση, όπως ακριβώς ήταν έτοιμος να παρέμβει στη διάρκεια του ματς. Τρανταχτό παράδειγμα το περιστατικό με την ένσταση που ήθελε να υποβάλλει στον αγώνα Παναθηναϊκού – Ολυμπιακού, στην κανονική περίοδο της season 1991-92.

Xantos8

Μη φανταστεί όμως κάποιος ότι στις περιπτώσεις των άλλων 3 πρωταθλημάτων του οι τίτλοι δεν είχαν αξία επειδή πια είχε ένα αναμφίβολα ισχυρό roster στη διάθεση του, ικανό να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, σε Ελλάδα και Ευρώπη. Ο Ιωαννίδης κατέκτησε 2 από αυτούς με κύριο αντίπαλο τον Παναθηναϊκό, το 1995 και 1996, αντιμετωπίζοντας κάποια σοβαρά προβλήματα απουσιών μεσούσης των 2 αυτών season (Μπακατσιάς, Σιγάλας Tarlac μεταξύ των άλλων), με έναν από τους 2 ξένους για διαφόρους λόγους να μην μπορούν να παίξουν σε κάποια παιχνίδια, όπως ο Volkov σε σχεδόν όλους τους τελικούς του 1995, ή να μην αγωνίζονται στο 100%, όπως ο Berry σε μεγάλο μέρος της season 1995-96. Απέναντι στο πλουσιότατο roster του Παναθηναϊκού εκείνων των χρόνων, που για να μην ξεχνάμε χρειαζόταν επιπλέον παίκτες λόγω ότι Sokk και Kuusmaa δεν είχαν δικαίωμά συμμετοχής στην Ευρώπη.

Ο ενδεχομένως πιο δύσκολος τίτλος, μετά από τον against all odds του 1993, ήταν αυτός της επόμενης χρονιάς (1993-94). Μια season που ο συλλογικός πρωταθλητής Ευρώπης Zdovc θα έπαιζε στον Ηρακλή, που θα τερμάτιζε μόλις έκτος σε εκείνη τη χρονιά. Και ο πρωταθλητής Ολυμπιακός των Tarpley, Paspalj, Φασούλα και Tarlac θα συναντούσε τον Παναθηναϊκό των Volkov-Γκάλη-Brankovic-Sokk, τον ΠΑΟΚ των Berry-Savic-Prelevic-Κόρφα και τον Πανιώνιο των Turner-Γιαννάκη-Χριστοδούλου. Ταυτόχρονα οι ελληνικές ομάδες θα έκαναν θραύση στην Ευρώπη, με 2 να φτάνουν στο Final-4 του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος (Ολυμπιακός και Παναθηναϊκός), 1 στους 4 τους Κυπέλλου Κυπελλούχων (Άρης), 2 στους 4 του Κυπέλλου Korac (ΠΑΟΚ, Πανιώνιο) και 1 ακόμα στους 8 της ίδιας διοργάνωσης (Περιστέρι).

Το γιατί χρειαζόταν μια τεράστια προσπάθεια για την back-to-back κατάκτηση του ελληνικού πρωταθλήματος ήταν φανερό, όχι μόνο από την αγωνιώδη σειρά τελικών εναντίον του ΠΑΟΚ, αλλά και από την εξέλιξη εκείνου του πρωταθλήματος, με τέσσερις ομάδες να τερματίζουν πολύ κοντά στη μάχη της κορυφής. Μάλιστα ο Ολυμπιακός έπρεπε να καλύψει στο ΣΕΦ την ήττα του πρώτου γύρου με διαφορά 13 πόντων στη Θεσσαλονίκη από τον δικέφαλο του βορρά και να ανατρέψει μια διαφορά 8 πόντων, λίγο πριν το τέλος του ματς της τελευταίας αγωνιστικής με τον Παναθηναϊκό, ώστε να τερματίσει πρώτος στην κανονική περίοδο. Μία κανονική περίοδος στην όποια ήταν τόσο οριακά τα πράγματα, που αν ο ΠΑΟΚ δεν έχανε τη διαφορά 9 πόντων που είχε ένα λεπτό πριν το τέλος στο εκτός έδρας ματς του στο Περιστέρι, θα ήταν αυτός η ομάδα που θα διέθετε το απόλυτο πλεονέκτημα έδρας στα play-off. Ο Γιάννης Ιωαννίδης είχε όμως και την τύχη του πρωταθλητή σε αυτήν την περίπτωση. Όπως είχε τη θεά τύχη και την επόμενη χρονιά με την περιβόητη άστοχη βολή του Paspalj, στο τέλος του εντός έδρας χαμένου ντέρμπι της κανονικής περιόδου, η όποια αν έμπαινε θα έδινε το τόσο ζωτικό πλεονέκτημα έδρας στον Παναθηναϊκό, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων.

Pasp1a

Το σίγουρο είναι ότι ο Ιωαννίδης ήταν απόλυτα επιτυχημένος στην πρώτη θητεία του στον Ολυμπιακό, όσον αφορά το ελληνικό πρωτάθλημα. Ταυτόχρονα όμως στην Ευρώπη, αν και προπονούσε ανταγωνιστικές ομάδες, του έλλειπε κάτι. Ήταν αυτό το «κάτι» που του στέρησε πιθανότατα και τη θέση ανάμεσα στους κορυφαίους προπονητές διαχρονικά, και όχι μόνο της εποχής του. Ήταν ένα κερδισμένο Final-4, έχοντας χάσει και τα 6 στα όποια έδωσε το παρών. Επίδοση η οποία του έδωσε τον, αφοριστικό για το συνολικό του έργο, τίτλο του looser, μαζί με έναν άλλο μεγάλο της προπονητικής, τον Aito Reneses, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το κομμάτι του ετήσιου ραντεβού των τεσσάρων καλύτερων ευρωπαϊκών ομάδων της χρονιάς.

Ο συντάκτης του κειμένου είχε ασχοληθεί σε άλλο κείμενο του με τα παράπονα του Ιωαννίδη, σχετικά με την παρουσία κανενός ή μόλις ενός ξένου στο εγχώριο πρωτάθλημα, που απέτρεπε τον ερχομό ενός ποιοτικότερου ξένου στα ευρωπαϊκά παιχνίδια του Άρη τη χρυσή εποχή της ομάδας της Θεσσαλονίκης, την μη δυνατότητα για χρησιμοποίηση των ελληνοποιημένων ως Έλληνες στην Ευρώπη. Είχε επίσης σχολιάσει την έλλειψη αμυντικής σκληράδας και ποιότητας στις θέσεις 3 έως 5 σε αντίθεση με τις περιφερειακές θέσεις, κάτι που στοίχισε αρκετά, ειδικά στα 2 πρώτα Final-4 του Άρη. Ίσως τα πράγματα να ήταν πιο εύκολο να εξηγηθούν αν απλώς έβρισκε απλά πιο άπειρες ομάδες, σε σχέση με τις Tracer και Maccabi, και αν δεν τον είχαν «προδώσει» τα 2 μεγαλύτερα αστέρια. Ο Γκάλης, με σχετικά μέτριους ημιτελικούς συγκριτικά με τα στάνταρ που είχε καλομάθει τον κόσμο, και ο Γιαννάκης, όταν παρασύρθηκε από τον καυγά του με τον Magee στον ημιτελικό του 1989 με τη Maccabi, την ώρα που ο ίδιος οδηγούσε τον Άρη και φαινόταν ότι η ομάδα της Θεσσαλονίκης να μαθαίνει από το πάθημα του προηγούμενου Final-4 στη Γάνδης.

Τελικά όμως, μάλλον, ο Άρης πήρε ότι δικαιούταν. Την αγάπη του κόσμου από τη μία και τις άσχημες εμπειρίες στα Final-4 από την άλλη, καθώς το hype γύρω από τους Γκάλη και Γιαννάκη ήταν δικαιολογημένο. Ο Άρης πέτυχε ορισμένες μεγάλες νίκες εκτός έδρας, με Barcelona και Yugoplastika, εκείνη την τριετία της ευρωπαϊκής καταξίωσής, αλλά ήταν και μια ομάδα έδρας, με ότι αυτό σήμαινε, γιατί αν αφαιρούσαμε τις νίκες απέναντι σε Ολλανδικές, Πολωνικές και Γερμανικές ομάδες το ρεκόρ εκτός έδρας ήταν 3-13. Όσο κι αν ο κόσμος του Άρη συμπαραστάθηκε στα Final-4, με τρόπο που θα μείνει στην ιστορία για πολλά χρόνια, οι αγώνες σε ουδέτερο έδαφος ήταν ένα εντελώς διαφορετικό πράγμα από τους αγώνες στο Παλαί Ντε Σπορ.

Γενικά, σε όλα σχεδόν τα Final-4 εκτός του Tel Aviv, ο Ιωαννίδης κατέβαινε με ομάδες που αντικειμενικά δε θα έπρεπε να θεωρούνται φαβορί, ασχέτως της υπερβολής των ελληνικών μέσων ενημέρωσης και της βαλκανικής νοοτροπίας. Πέραν όσων είπαμε για τον Άρη, οι ήττες των τελικών του 1995 και του 1998 ήταν λογικά επακόλουθα. Στη μία περίπτωσή (Zaragoza) ο Ολυμπιακός ήταν επηρεασμένος ψυχολογικά από τον νικηφόρο ημιτελικό με τον Παναθηναϊκό, που τον έκανε να νιώθει ήδη σαν να πήρε ψυχολογικά ένα ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, πριν δώσει καν τον πραγματικό τελικό, ενώ το βαρόμετρο ήταν ο «προχωρημένης» ηλικίας Johnson, που έπρεπε μέσα σε 48 ώρες να αντέξει ένα ακόμη έντονο ματς απέναντι σε 2 αμυντικούς εξολοθρευτές, σε εχθρική έδρα αποτελούμενη από εξέδρα οπαδών της Real και του αιώνιου αντιπάλου.

62C8F4FC-A100-11EA-B349-0AE07225FBD7

Στον άλλο τελικό, αυτόν της Βαρκελώνης το 1998, ο Ιωαννίδης προσπάθησε να οδηγήσει το ματς σε χαμηλό σκορ και να μπερδέψει την Kinder Bologna. Έβαλε το τριάρι της ομάδας (Anderson) στον Rigaudeau και στο τέλος του αγώνα στον Danilovic. Έπαιξε ζώνη και κατάφερε να γυρίσει το ματς με χαμηλό σχήμα, και τους Anderson και Κακιούζη στις θέσεις 3 και 4, φτάνοντας στους 5 πόντους 2 λεπτά πριν το τέλος. Όμως η επίθεση της ΑΕΚ εκείνη την ημέρα παρουσίασε περιορισμένο ταβάνι και ο Messina, σε αντίθεση με το 2002, είχε με τον Sconochini το κατάλληλο άτομο για να ματσάρει τέτοιου είδους σχήματα. Νωρίτερα είχε καταφέρει να περιορίσει τον Alexander, είτε με το τεσσάρι (Savic) στο πρώτο ημίχρονο είτε με μεγαλύτερο κορμί (Nesterovic), για να αποτρέψει τυχόν post παιχνίδι του Victor στο δεύτερο μισό του αγώνα.

Συνεπώς, οι πραγματικές μεγάλες ευκαιρίες ήταν η παρολίγον συμμετοχή στο εντός έδρας Final-4 του 1993, αλλά κυρίως αυτή του Tel Aviv. O Ολυμπιακός εκείνη τη χρονιά είχε φτιάξει μια ονειρική ομάδα με πανίσχυρη front-line (Tarlac, Φασούλα και Tarpley), ισχυρότατη στα rebounds, τριάρι τον πανύψηλο για τη θέση και ηγέτη των προηγούμενων χρόνων Paspalj, τον Σιγάλα να είναι ένας από τους πιο δυνατούς εξολοθρευτές στα ευρωπαϊκά παρκέ και τον Μπακατσιά να πλαισιώνει τον Tomic στον άσσο. Έτσι εξυπηρετούνταν το παιχνίδι αιφνιδιασμών που αρέσκονταν οι ομάδες του Ιωαννίδη, δίνοντας ταυτόχρονα ύψος στη θέση του playmaker, διεισδυτικότητα και άμυνα και συνεισφέροντας στον μεγάλο μέσο όρο ύψους και στη γενικότερη αμυντική ισχύ του Ολυμπιακού, περιφερειακά με τον Σιγάλα και κοντά στο καλάθι με τους ψηλούς να έχουν καλό αμυντικό παιχνίδι πάνω από τη στεφάνη. Αυτά αποτέλεσαν θεωρητικές προϋποθέσεις στο χτίσιμο της ομάδας, οι οποίες έφεραν αποτέλεσμα, όχι μόνο με την κατάκτηση του νταμπλ στην Ελλάδα αλλά και με εκτός έδρας νίκες σε Τρεβίζο και Μαδρίτη, εντός έδρας νίκες με Real και Barcelona, πρόκριση στο Final-4 με την τάπα του Φασούλα στον Moretti καθώς και επικράτηση επί του Παναθηναϊκού στον ημιτελικό του Final-4.

Fasoulas1a

Τα εν λόγω αποτελέσματα έκαναν το ματς με την Badalona να μοιάζει με απλή διαδικασία, που θα διαρκούσε 40 αγωνιστικά λεπτά, μέχρι να κατακτήσει το τρόπαιο ο Ολυμπιακός και να φτάσει ο Ιωαννίδης στην ευρωπαϊκή γη της επαγγελίας, με λίγους να περιμένουν αυτό που συνέβη τελικά. Περισσότεροι όμως είναι αυτοί που λένε ότι, στους 2 πρώτους ευρωπαϊκούς τίτλους του Obradovic έπαιξε μέγιστο ρόλο η τύχη, και στον τελικό του 1994 βοήθησε και η νευρικότητα του Ιωαννίδη, με την εικόνα του ιδρωμένου Έλληνα προπονητή να βγάζει και να βάζει το σακάκι του αρκετές φορές. Αυτά βέβαια αποτελούν την κλασσική παγίδα της μισής αλήθειας. Μπορεί Partizan και Badalona να ήταν τα outsider, στα Final-4 του 1992 και του 1994 αντίστοιχα, αλλά στον τελικό της Κωνσταντινούπολης η Partizan, αν και στάθηκε τυχερή που μπήκε το τρίποντο του Djordjevic από τη σέντρα, ήταν σε ολόκληρο το παιχνίδι η καλύτερη ομάδα και σε εκείνον του Tel Aviv υπήρξε μια σωστή τακτική προσέγγιση από τον Obradovic.

Ίσως και δικαιολογημένα, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι όλα του πήγαν δεξιά, αφού στον προημιτελικό βρήκε μια Real σε λευκή απεργία, στον ημιτελικό ο Reneses πήρε τη λάθος απόφαση να γυρίσει την άμυνά του σε ζώνη, ενώ ήλεγχε το παιχνίδι η Barcelona, και στον τελικό βρήκε έναν Ολυμπιακό με τον Tarlac να προσπαθεί να επανέλθει από πολύμηνο τραυματισμό, τον Tarpley επηρεασμένο από το επεισόδιο του με τον Μπάμπη Παπαδάκη και τον Paspalj, από πολύ αξιόπιστο σουτέρ βολών, να έχει μετατραπεί μεσούσης της season σε έναν που κάθε ταξίδι του στη γραμμή της φιλανθρωπίας να είναι μια μεγάλη περιπέτεια.

Ο Obradovic, ως γνήσιος εκπρόσωπος της πρώην γιουγκοσλαβικής και της σέρβικης σχολής, που είναι ίσως και η καλύτερη προπονητικά στην Ευρώπη, είχε δει τις τακτικές των παλιότερων ημιτελικών, που προσπαθούσαν να περιορίσουν το fastbreak παιχνίδι του Γκάλη και του Άρη γενικότερα, και φυσικά θυμόταν το πόσο ανελέητα σημάδευε ο Ολυμπιακός τις αργές επιστροφές του Παναθηναϊκού στον ημιτελικό του 1994. Γνώριζε επίσης ότι η ισχύς του Ολυμπιακού ήταν κυρίως στις θέσεις 3 έως 5, και οι «ερυθρόλευκοι» αντιμετώπιζαν το πρόβλημα του Paspalj στις βολές, ενώ προσπαθούσαν επίσης να ανεβάσουν τον Tarpley ψηλά και να επωφεληθούν το καλό του σουτ, ώστε να δημιουργηθεί χαμηλά χώρος για τον Μαυροβούνιο forward του Ολυμπιακού. Με βάσει αυτά τα δεδομένα η Badalona είχε γρήγορες επιστροφές, που δεν επέτρεπαν το ξεδίπλωμα των αιφνιδιασμών από την ομάδα του Πειραιά, επέλεξε στο πρώτο ημίχρονο σχήματα με 2 playmaker, τα αδέρφια Jofresa, για να ελέγξει τον ρυθμό, έπαιζε από μπροστά τον Paspalj στην άμυνα, ενώ στην επίθεση είχε ένα όπλο που θα δυσκόλευε προγενέστερες και μεταγενέστερες ομάδες Ιωαννίδη σε Final-4, με Ferran Martinez το 1990, Arlauckas και Sabonis το 1995, καθώς και τον Savic το 1998.

Martinez1a

Αναφερόμαστε στο σουτ των ψηλών, και πιο συγκεκριμένα σε αυτό των Tompson και του Martinez, το όποιο ειδικά στο πρώτο ημίχρονο του τελικού του Tel Aviv κράτησε τους Καταλανούς στο παιχνίδι και άρχιζε να βάζει την αμφιβολία και το άγχος στο μυαλό των παικτών του Ολυμπιακού, σε ένα χρονικό διάστημα που ο Σιγάλας τα πήγαινε καλά στον πρώτο σκόρερ της Badalona, τον Villacampa. Ο Ιωαννίδης με αυτόν τον τρόπο, εκτός από νευρικός, είχε χάσει και το τακτικό μέρος του παιχνιδιού, αλλά δεν έμεινε άπραγος. Επιχείρησε σε όλη την διάρκεια του ματς να βγάλει αρκετά off ball screens, για τους Paspalj, Tomic, Tarpley και Σιγάλα, κάποια άλλα screens πάνω στην μπάλα για τον Tomic, με screener τον Φασούλα, είδαμε απόπειρα pick για να διευκολύνουν το 1 εναντίον 1 του Paspalj, ενώ κατέφυγε ακόμα και σε backscreen του Paspalj στον Φασούλα, ώστε να ελευθερωθεί ο τελευταίος για να κάνει pivot. Παράλληλα διάβασε στο δεύτερο μισό του τελικού αρκετά καλύτερα στην άμυνα τα σουτ των ψηλών της Badalona, παρά τα 2 τρίποντα προς το τέλος. Όμως πολλά από τα screens στην επίθεση πήγαιναν στράφι από την αστοχία των παικτών του Ολυμπιακού. Η αδυναμία του Paspalj στις βολές χαντάκωνε τον Ολυμπιακό επιθετικά, με αποτέλεσμα να χαθεί η ευκαιρία να κερδηθεί το παιχνίδι νωρίτερα. Αντί για αυτό είχαμε το μοιραίο blackout των 7 λεπτών, στο τελικό στάδιο εκείνου του τραυματικού αγώνα για τους οπαδούς του Ολυμπιακού.

Από εκεί και πέρα, πλην των 6 χαμένων Final-4, της παρολίγον παρουσίας σε αυτό στο ΣΕΦ και της season 2000, όπου ο Ολυμπιακός έδειξε ευρωπαϊκά ασταθής για τέτοια μεγαλεία, η ιστορία θα μπορούσε να γραφτεί υπέρ του Ιωαννίδη σε κάποιες άλλες περιπτώσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το μαζικό κύμα τραυματισμών το 1996, όπου στο τέλος τερμάτισε με ίδιο ρεκόρ με άλλες 2 ομάδες στην πρώτη θέση του ομίλου του και βγήκε τρίτος. Αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά δεν ήταν καθόλου απίθανο το πλεονέκτημα έδρας στα προημιτελικά και η πρόκριση στο Final-4.

Το 2000, αν αποδεχόταν την πρόταση του Παναθηναϊκού, θα είχε μεγαλύτερο budget απ’ ότι στον Ολυμπιακό, και Final-4 στη γενέτειρά του, τη Θεσσαλονίκη. Το αγαπημένο όλων, η season του 1997 που ο Ivkovic κατέκτησε το triple crown, παραλαμβάνοντας μια πετυχημένη ομάδα και κορμό από τα 5 χρόνια Ιωαννίδη στον Ολυμπιακό, αλλά τον Duda εκ των υστέρων, αν και άκουσε τις συμβουλές των παικτών να γυρίσουν σε ένα στυλ Ιωαννίδη, να αποδεικνύεται πιο ικανός στη διαχείριση Final-4 και να βγάζει από τον λαγό του καπέλο, με τον Tomic δίπλα στον Rivers, περνώντας στην ιστορία των χρήσιμων τρικ 2 guards. Όπως δηλαδή έκανε και ο Obradovic το 1992, βάζοντας τον Dragutinovic δίπλα στον Djordjevic, ώστε να δώσει στο 2ο πιο εκτελεστικό ρόλο. Υπάρχουν όμως και τα νεότερα παραδείγματα των Παπαλουκά – Holden, καθώς και των Misic – Larkin.

Rivers1a

Ο δικηγόρος του διαβόλου, ή για την ακρίβεια του Ιωαννίδη, θα αντιπαραθέσει ως επιχείρημα ότι ο Ivkovic έπαιξε σε μια εξέδρα σχεδόν αποκλειστικά ερυθρόλευκη, σε αντίθεση με τα Final-4 του 1994 και 1995, που η παρουσία Παναθηναϊκών εξασφάλιζε πάντα ένα αντίπαλο οπαδικό δέος από πλευράς ατμόσφαιρας, και η απόφαση να βάλει τον Tomic δίπλα στον Rivers προέκυψε από το δεδομένο των προβληματικών επιλογών στη θέση του δεύτερου ξένου, που ανάγκασαν τον Σιγάλα να χρησιμοποιηθεί και στη θέση 3. Εν πάση περιπτώσει όμως, που θα έλεγε και ο μακαρίτης ο Συρίγος, η ιστορία δε γράφεται με αν. Tο ειρωνικό της υπόθεσης ήταν πως όπως ο Ivkovic παρέλαβε μια έτοιμη ομάδα από τον Ιωαννίδη το 1996-97 και, εν μέρει, με διαφορά ενός χρόνου το 1999-00, έτσι και ο Σέρβος προπονητής είχε στις αρχές της δεκαετίας του 80 στα χέρια του, για 2 έτη, μια νεαρή βάση παικτών του Άρη, που δεν πήρε τίτλους, αλλά αποκόμισε γνώσεις από τη συνύπαρξή της με τον λάτρη των περιστεριών. Ακριβώς δηλαδή πριν την παραλάβει ο Ιωαννίδης, επιστρέφοντας στον Άρη, μετά την άνοδο που πέτυχε με τον Γυμναστικό Σύλλογο Λάρισας και την πρώτη περίοδό του στην Εθνική.

Ένα ερωτηματικό πάντως, που έχει δημιουργήσει η δεδομένη παρουσία καλών Ελλήνων προπονητών σε καλές ξένες ομάδες όπως βλέπουμε με Μπαρτζώκα, Ιτούδη και Σφαιρόπουλο, είναι τι θα κατόρθωνε ο Ιωαννίδης αν πήγαινε σε ξένη ομάδα, και αν θα πλησίαζε σε κατορθώματα ό,τι κατάφερε με τις ελληνικές ομάδες. Η απάντηση είναι ότι ακόμα και αν πετύχαινε, οι δυσκολίες δε θα ήταν αμελητέες, κρίνοντας από τις αντίστοιχες του Obradovic στα εγχώρια πρωταθλήματα την δεκαετία του ‘90, του Malkovic που έχασε πρωταθλήματα σε Γαλλία, Ισπανία και Ελλάδα, ενώ την ίδια χρονική περίοδο διέπρεπε στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, ή ακόμα και από αυτές του Messina μετά το 2009, με μέτριες δουλειές σε Real και στην δεύτερη θητεία του στην CSKA της περιόδου 2012-2014. Χωρίς να ξεχνάμε και την αρνητική ερυθρόλευκη εμπειρία που είχαμε με σπουδαίους Ισραηλινούς προπονητές, σαν τον Blatt και τον Gherson.

Έτσι κι αλλιώς όμως η παραπάνω υπόθεση δεν ήταν εύκολο να ευοδωθεί, καθώς το ελληνικό πρωτάθλημα ήταν στα κορυφαία της Ευρώπης και λόγω του ελληνικού καπιταλισμού δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα στο θέμα των οικονομικών απολαβών. Λόγω και των παραπάνω ο Ιωαννίδης δε θα είχε σε ένα ξένο πρωτάθλημα το status που διατηρούσε στην Ελλάδα. Φυσικά και η μετάβαση σε ένα ξένο πρωτάθλημα θα είχε αρκετές διαφορές στο στυλ μπάσκετ που θα παιζόταν σε σχέση με το ελληνικό, που η τακτική έπαιζε μεγαλύτερο ρόλο από το επιθετικό ταλέντο. Είχε όμως τελικά τη δυνατότητα, αν δεν παρατούσε το μπάσκετ για χάρη της πολιτικής, να προσαρμοστεί με επιτυχία στη σημερινή καλαθοσφαίριση στον ίδιο, ή σε μικρότερο βαθμό, με τον Aito Reneses, ο όποιος σε προχωρημένη ηλικία δοκίμασε με επιτυχία να κάτσει σε πάγκο μη ισπανικής ομάδας, της Alba Berlin; Αυτό προφανώς είναι δύσκολο να απαντηθεί, με τον Ιωαννίδη να είναι πια πολλά χρόνια μακριά από τους πάγκους.

Ioannidis1a

Στην τελευταία όμως χρόνια του σε συλλογικό επίπεδο έδειξε πρόθυμος να πειραματιστεί αφού όχι μόνο υιοθέτησε κάποια πράγματα από την ερυθρόλευκη θητεία του Ivkovic, με stretch τεσσάρι (Grant στην θέση Rogers) και πεντάδες οι όποιες περιελάμβαναν δυνητικά 2 point guard (Tomic, Robinson, Respert και Ade-Mensah), αλλά, επηρεαζόμενος και από το τότε ταξίδι που είχε κάνει στην Αμερική, είχε το όραμα μιας ομάδας με αρκετούς παίκτες made in USA. Δυστυχώς, το σχέδιο δεν προχώρησε με αρκετούς από τους Αμερικάνους να μας αποχαιρετάν νωρίς (Respert, Brown, Morris), την προσθήκη του Grant ως αντί-Rogers να αποδεικνύεται αποτυχημένη, και τον Ξανθό να φέρνει για playmaker τον James “Hollywood” Robinson, που ήταν περισσότερο 2άρι παρά point-guard. H μεγάλη προπονητική κλάση του Ιωαννίδη, που με χαμηλά σχήματα έπιασε στον ύπνο και στα 4 ματς της κανονικής περιόδους τους Παναθηναϊκό και ΑΕΚ των Obradovic και Ivkovic έφερε την πρώτη θέση στην κανονική περίοδο του ελληνικού πρωταθλήματος, το 2/2 απέναντι στη δευτεραθλήτρια Ευρώπης Maccabi, και ο ερχομός ενός από τους πιο μακροβιότερους ξένους, του De Miguel, έδειχναν ότι ο Ξανθός έκανε, στη χειρότερη συλλογική χρονιά του, πράγματα που θα ζήλευαν άλλοι στην καλύτερη τους.

Η μπασκετική καριέρα του Ιωαννίδη έμελλε όμως να μην τελειώσει με εκείνο τον αποκλεισμό από τον ΠΑΟΚ στα ημιτελικά. Είχαμε ένα εξίσου άδοξο τέλος και στο Ευρωμπάσκετ του 2003, με τον οριακό αποκλεισμό από την Ιταλία στα προημιτελικά. Ομολογουμένως, το μπάσκετ που παίχτηκε από την Εθνική του Ξανθού έδωσε την αφορμή σε μερικούς να μιλήσουν για παρωχημένο στυλ, συγκρινόμενο και με αυτό που είδαμε από τις τέσσερις πρώτες ομάδες του τουρνουά. Και θα είχαν δίκιο αν δε λαμβάναμε υπόψη τη λεπτομέρεια ότι το μπάσκετ που έπαιξαν οι Εθνικές μας ομάδες, για παράδειγμα στα 2 επόμενα Ευρωμπάσκετ, αρκούσε για συμμετοχές στην τετράδα, αν και δεν ήταν για εκλεπτυσμένους μπασκετικούς ουρανίσκους.

Με ελάχιστα πραγματικά καλά ματς, και στα 2 αυτά τουρνουά μαζί, συνδυασμένα με ηρωικές ανατροπές που γλίτωσαν την Ελλάδα από ήττες σε knock out παιχνίδια (Γαλλία 2005, Σλοβενία 2007) και απλά τη διαφορά να την κάνουν, σε σχέση με το 2003, το ότι υπήρχαν παίκτες που μπορούσαν να ηγηθούν στις κρίσιμες στιγμές, ή παίκτες που ωρίμασαν με τον χρόνο σαν τους Παπαλουκά και Διαμαντίδη. Σε ένα πράγμα όμως είναι εφικτό να υπάρξει μια μεγαλύτερη συναίνεση. Δεν ξέρουμε πως θα εξελισσόντουσαν τα πράγματα αν δεν υπήρχε το ασυμβίβαστο της βουλής, αλλά ένα κέρδος από την αντικατάσταση του Ιωαννίδη με τον Γιαννάκη ήταν πως Σπανούλης και Ζήσης πήραν νωρίτερα το βάφτισμα του πυρός σε μεγάλη διοργάνωσή της Εθνικής, κάτι που ήταν εξαιρετικά αμφίβολο να συμβεί με τον Ιωαννίδη στον πάγκο.

111CD888-9A82-4DE8-8155-195F4DBFFEEA

Ό,τι γνώμη όμως και να έχει κάποιος για τον Ιωαννίδη, επέδειξε μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα σε διαφορετικές εποχές και διαφορετικά στυλ ομάδων. Ξεκίνησε σε μια εποχή που δεν υπήρχε τρίποντο, και οι ομάδες έπαιζαν άμυνα χώρου. Εν συνεχεία, στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 και αρχές του ‘90 έφτιαξε έναν Άρη επιθετικογενή, με καλούς σουτέρ (Γιαννάκης, Subotic) αλλά αδύναμη σχετικά γραμμή ψηλών, έναν Ολυμπιακό που είχε βασικό όπλο την άμυνα και τη γραμμή ψηλών, με 2 και 3 ποιοτικές λύσεις, χωρίς να βασίζεται στο τρίποντο. Μετέφερε κάποια στοιχεία του Ολυμπιακού στην ΑΕΚ, ως μια από τις ομάδες με τις λιγότερες προσπάθειες τριπόντων, και τη δεύτερη καλύτερη άμυνα της Ευρωλίγκας το 1997-98 και κατέληξε εκ νέου στους ερυθρόλευκους να διαθέτει, και πάλι, μια από τις καλύτερες άμυνες της διοργάνωσης (2η), αλλά με μεγαλύτερη βάση στο τρίποντο, ως 12η με 16.5 προσπάθειες.

Εξαίρεση ήταν ή σεζόν 1994-95, που ελέω “fast Eddie” ο Ολυμπιακός του Ιωαννίδη έβγαζε, μέσω εξαιρετικών screens, 14.7 τρίποντα ανά παιχνίδι, την ώρα που σε όλα τα προηγούμενα χρόνια είχε 2 μονοψήφιες επιδόσεις και 10.4/παιχνίδι το 1996. Σημαντική ακόμα ήταν και η ικανότητα του Ξανθού στο να ανακατεύει την τράπουλα μέσα στο παιχνίδι, όχι μόνο με τις light πεντάδες, όπως στα ντέρμπι κορυφής του κέντρου την περίοδο 1999-00 ή στον τελικό της Ευρωλίγκας του 1998, αλλά και με παρόμοιες πρακτικές τη season 1995-96. Τότε που είδε στο ματς του Κυπέλλου τον Berry να μην μπορεί να μαρκάρει τον Wilkins, ως power forward, κι έβαζε στις αναμετρήσεις Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού τον Παπανικολάου ως δεύτερο ψηλό, ώστε ο Σιγάλας να πέσει πάνω στον Wilkins. Mία ιδέα που απέδωσε, όσο και αν ο Malkovic, βλέποντας πως ο Σιγάλας δυσκόλευε τον Wilkins στην άμυνα με πρόσωπο, στόχευε σε μερικά plays με πλάτη και off the ball, για να αποσυμφορηθεί ο Dominic στον βαθμό του εφικτού. Έτσι, αυτή η έμπνευση του Malkovic πήγε στο καλάθι των αχρήστων, μαζί με την εκτεταμένη χρήση ζώνης απέναντι στον Ολυμπιακό την season 1995-96.

CF856214-2787-4873-8A10-5C8944B595F3

Αλλά ο Ιωαννίδης ήταν και αυτός άνθρωπος και υπήρχαν πράγματα που μπορούσε να κάνει καλύτερα τόσο μεμονωμένα όσο και στις επιθετικές επιδόσεις που βάσει μέσο όρων ήταν αρκετά φτωχές (προτελευταίος στην Ευρώπη το 1993, 12ος το 1994, 8ος το 1995 9ος το 1996, 20ός το 1998, 20ός και το 2000). Το πρώτο αφορά σε τελικούς ευρωπαϊκών Final-4 ή ακόμα τον πέμπτο ελληνικό τελικό του 1995, όπου η άμυνα ζώνης που είχε φυλάξει καλά ο Κιουρμουτζόγλου, και το κολπάκι με τον Παταβούκα να παίρνει screen από το τριάρι του Παναθηναϊκού τον Paspalj για 2 εύστοχα τρίποντα, γύρισαν σχεδόν το ματς. Επίσης ο Ιωαννίδης δεν ήταν απαραίτητα ο coach που θα προωθούσε τα νεαρά εγχώρια ταλέντα ή τουλάχιστον δεν θα το έκανε στον ίδιο βαθμό με τον Ivkovic. Σαφώς υπήρχαν Έλληνες, όπως ο Σιγάλας, ή παίκτες που έπαιξαν στην Εθνική (Τσακαλίδης) που τους ανέδειξε ο πρώην coach των Άρη, Ολυμπιακού και ΑΕΚ, μαζί με τους νεαρούς σε ηλικία Γιουγκοσλάβους κατά τη διάρκεια των 90ς. Όμως, για την επίτευξη των στόχων του, δεν τον πείραζε να επωφελείται από τους Ελληνοποιημένους, αλλά και αργότερα και τους κοινοτικούς, περιορίζοντας τον ρόλο των Χατζή και Κακιούζη, 2 εκ των χρυσών εφήβων του 1995. Το τελευταίο πιθανότατα στοίχισε, μαζί με την μη εξασφάλιση συμμετοχής στην Ευρωλίγκα, και την ανανέωση της συνεργασίας του με τον Φιλίππου, καθώς ο πρόεδρος της ΑΕΚ ήθελε έναν ελληνικό κορμό στην ομάδα του.

Γενικότερα όμως το μη κόλλημα για ελληνικό κορμό προώθησε την καριέρα του Ιωαννίδη προς τα μπροστά παρά αποτέλεσε τροχοπέδη. Ένα κομμάτι πάντως, που επιδεχόταν βελτίωσης, ήταν οι επιλογές και η διαχείριση των ξένων. Δεν είχε και το καλύτερο «μάτι», πήγαινε συνήθως safe, σε μερικές περιπτώσεις αργούσε να επιλέξει ξένους, όπως τον Rivers το 1995-96, ενώ είχε την τάση να παίρνει κάποιες φορές ποιοτικούς ρολίστες πολυτελείας, όπως οι Anderson και Volkov. Αυτή ακριβώς η ανάγκη για παίκτες που δεν ήταν μόνο για μερικούς πόντους αλλά για να κάνουν πολλά πράγματα, σε συνδυασμό με τη σκληρή προπόνηση και την προετοιμασία στα βουνά, οδηγούσε σε σκηνικά απείρου κάλους.

Όπως αυτό με το Berry, που έκανε τα πάντα για να αποφύγει να κάνει την ανηφόρα στα βουνά, τον Morris να επικαλείται το σκληρό παρκέ του Astroballe, τον Volkov να μιλάει διόλου τιμητικά για τον Ιωαννίδη έπειτα από την ολοκλήρωση της ερυθρόλευκης χρονιάς του και τον Ricky Pierce, που μόλις είδε τι ήθελε ο Ιωαννίδης έτρεχε να γλιτώσει, να αντικαθίσταται νωρίς από τον Willie Anderson, από τη στιγμή που δεν ένιωθε ικανός να αλλάξει ξαφνικά στα 38 του για να δώσει βάση στην άμυνα. Περιέργως όμως ο Ιωαννίδης, αν και ήταν ένας αυστηρός χαρακτήρας που ήθελε τον μέγιστο δυνατό επαγγελματισμό, κατάφερε να ελέγξει ιδιόρρυθμους χαρακτήρες, σαν τον Walter Berry και τον Tarpley, που δεν τους έλεγες και φανατικούς της άμυνας, καταπίπτοντας, όχι πλήρως αλλά εν μέρει, την απολυτότητα των στερεοτύπων που ήταν συνδεδεμένα με τον Ιωαννίδη. Επίσης, μπορεί οι αρχικές επιλογές ξένων του να μην ήταν πάντα ιδανικές, κατάφερνε να βρίσκει ικανούς αντικαταστάτες, όπως έδειχναν οι περιπτώσεις Berry αντι Higgins, Anderson αντί Pierce και Blue Edwards αντι για Morris.

Berry1a

Μετά το τέλος της ενεργής μπασκετικής καριέρας του, και τη στροφή του προς την πολιτική, ο Ιωαννίδης ήταν περισσότερο απέναντι παρά δίπλα στον μπασκετικό Ολυμπιακό, διεκδικώντας τα δεδουλευμένα του από το τελευταίο συμβόλαιο του με την ομάδα του Πειραιά, βοηθώντας και αυτός με τη σειρά να προτιμήσει ο Διαμαντίδης τον Παναθηναϊκό από τον, αντικειμενικά, αδύναμο διοικητικά Ολυμπιακό. Επίσης τηρώντας μια στάση, ως Υφυπουργός Αθλητισμού τον Ιούνιο του 2013, που ενίσχυσε την επικοινωνιακή προσπάθεια του Παναθηναϊκού περί ντοπαρισμένου Ολυμπιακού. Όλα τα παραπάνω δεν αλλοιώνουν την ανεκτίμητη προσφορά του στο μπασκετικό τμήμα του Ολυμπιακού.

Προχωρώντας προς τον επίλογο αυτού του κειμένου θα θυμηθούμε με νοσταλγία την ερυθρόλευκη εποχή κυριαρχίας του Ιωαννίδη. Με τον μεγαλύτερο εγχώριο ανταγωνισμό, τους ήρωες του ‘87 σε ενεργό δράση, τα γεμάτα γήπεδα και την παρουσία περισσότερων ξένων αστέρων, ακόμα και στις τελευταίες ομάδες της λίγκας σαν τον Μίλωνα και τον ΒΑΟ. Για να είμαστε όμως δίκαιοι θα πρέπει να επισημάνουμε ότι εκείνα τα χρόνια το μπάσκετ έμοιαζε πιο απλοϊκό, με έμφαση στις ατομικές φάσεις των stars, τους ψηλούς να έχουν μεγαλύτερη επίδραση επιθετικά, σε σχέση με το σήμερα, λιγότερες assists, την άμυνα να κυριαρχεί στη δεκαετία του ‘90 και το pick n’ roll παιχνίδι να είναι υπαρκτό, αλλά όχι τόσο εκτεταμένα όσο θα βλέπαμε αργότερα.

Λογικά δε θα ζήσουμε την επιστροφή του Ιωαννίδη στους πάγκους, και αυτό είναι το καλύτερο για να διατηρήσει τον αθλητικό του μύθο. Ο συντάκτης του κειμένου όμως θα ήθελε, έτσι για το κλείσιμο, να κάνει ένα υποθετικό σενάριο στo oποίo ο Ιωαννίδης είναι ακόμα προπονητής. Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν εξαναγκασμένος να αποδεχτεί τη χρησιμότητα των τριπόντων, και ας επιμένει για το αντίθετο ακόμα και σήμερα, και θα έβγαζε μια πιο ήρεμη συμπεριφορά σε σχέση με τις χριστοπαναγίες και τα μπουκάλια που πετούσε τότε. Επιπλέον, βλέποντας ότι στη season 2019-20 κάποιες από τις καλύτερες επιθέσεις δομήθηκαν από τους περιβόητους για την άμυνα, Πεδουλάκη και Σφαιρόπουλο, δε θα αποκλειόταν να ακολουθούσε μια πιο επιθετική φιλοσοφία με την επίθεση να εκδηλώνεται εντός 24 δευτερολέπτων. Μιλάμε άλλωστε για τον Ιωαννίδη που αποδεδειγμένα ανέβασε επίπεδο 3 ελληνικές ομάδες ξεπέρασε δυσκολίες με τραυματισμούς και, ως αουτσάιντερ, έμεινε στο προσκήνιο για 20 χρόνια, σπάζοντας και αρνητικές παραδόσεις, που τον βασάνιζαν, εναντίον του Malkovic και του Obradovic.

D06C673F-0A5A-457D-8586-90CF5E1C9114

Φανταζόμαστε ακόμα ότι θα ενέκρινε τους 6 Αμερικάνους και τη μεγαλύτερη δεξαμενή ξένων, συγκριτικά με τότε που αναγκαζόταν να πλαισιώσει τη ρακέτα της ΑΕΚ με 2 Δανούς, μαζί με τη μεγαλύτερη αθλητικότητα των παικτών, τα δίμετρα πολυσύνθετα γκαρντ τύπου Διαμαντίδη – Παπαλουκά και τους mobile ψηλούς, οι οποίοι είναι ικανοί να εξυπηρετήσουν περισσότερες αμυντικές ανάγκες σε σύγκριση με τα πιο βαριά και αργά κορμιά του παρελθόντος. Στις σημερινές ομάδες, οι όποιες δεν έχουν παίκτες που θα βάζουν 30 πόντους και θα παίζουν 40 λεπτά, θα ήταν μια ευκαιρία να βάλει ακόμη περισσότερο τη σφραγίδα του. Είτε όμως ο Ιωαννίδης γινόταν κάτι σαν τον Σφαιρόπουλο της σημερινής εποχής είτε απομυθοποιούταν για 2 πράγματα θα άξιζε να ήταν ακόμη προπονητής. Η αλληλοεπίδραση του με τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο, στην ίδια ή και σε αντίπαλη ομάδα, και κυρίως οι αντιδράσεις των Social Media με αυτόν στους πάγκους.

Η ουσία είναι, για να σοβαρευτούμε και να θέσουμε μια τελεία, πως ο Ιωαννίδης ήταν η επιτομή αυτού που λέμε σκεπτόμενο μπάσκετ. Ένα στυλ που επιβιώνει ακόμα και σήμερα, σε εκσυγχρονισμένη μορφή. Σε αυτό βοηθάει η χρονική απόσταση, η τύχη των νεότερων Ελλήνων προπονητών να γαλουχηθούν σε ένα επαγγελματικό και όχι σε μισοερασιτεχνικές συνθήκες όπως συνέβη σε αρκετά παικτικά και προπονητικά χρόνια του Ιωαννίδη, καθώς και τα ανοικτά σύνορα, που τους έδωσε την ευκαιρία να ζήσουν από κοντά με σπουδαία παικτικά και προπονητικά ονόματα, αλλά και να προπονήσουν στο εξωτερικό. Το πόσο άστοχο είναι να κρίνουμε έναν προπονητή από το αν βγάζει θέαμα η ομάδα του γίνεται ολοφάνερο από τη Limoge του 1993 που, στιγματίστηκε αρνητικά αλλά αποτέλεσε, γι αυτόν που υπογράφει το κείμενο, ένα παράδειγμα προς μίμηση όσον αφορά την προπονητική διαχείριση. Με τον Malkovic να παίρνει ευρωπαϊκό πρωτάθλημα με μια γαλλική ομάδα, το πρώτο και μοναδικό για την συγκεκριμένη χώρα, και να μετατρέπει μια επιθετικογενή ομάδα σε εξπέρ της άμυνας. Κατάφερε να φτάσει στον στόχο με νίκη επί της Benetton, με το αρκετά πετυχημένο μαρκάρισμα του forward Kukoc από τον playmaker Zdovc, καλά screens για τον Young όλη τη season, αναλώσιμους ψηλούς για μπασκετικό ξύλο και το τεσσάρι της ομάδας, Jim Bilba, να στήνει screens στον τελικό για τις, όπως προαναφέραμε, σπάνιες για την εποχή pick n roll συνεργασίες.

Young1a

Αυτό όμως ήταν το πρώην γιουγκοσλαβικό μπάσκετ με Σέρβους και Κροάτες μπροστάρηδες και με αυτό κατάφερνε κανείς να κυριαρχήσει σε μεγάλο βαθμό, με προπονητές και ομάδες. Ήταν τότε που έφτανε σε σημείο η Jugoplastika να γίνεται POP 84, να χάνει κάποιους παίκτες, να φεύγει ο Malkovic, που την δημιούργησε ως αντίπαλός της στον τελικό και να κατακτά το τρίτο συνεχόμενο ευρωπαίο τρόπαιο της το 1991, με την Partizan, εν μέσω πολέμου και παίζοντας σε ουδέτερη έδρα, να παίρνει στη σκυτάλη των επιτυχιών.

Οφείλουμε πάντως να μην ξεχνάμε ότι οι ελληνικές ομάδες, μέχρι την πρώτη ελληνική κατάκτηση του 1996, ήταν νευρικές μπροστά στην προοπτική του κορυφαίου διασυλλογικού τίτλου στην Ευρώπη για πολλά χρόνια, ακόμα και με τους ειδικούς του είδους τους Σέρβους στα ηνία. Όπως ο Ivkovic, που απέτυχε μέσα στην Ελλάδα με τον ΠΑΟΚ και τον Malkovic, σε ένα πράσινο Παρίσι, να χάνει παραλίγο ένα δικό του παιχνίδι.

Εκ των υστέρων μπορούν να ειπωθούν πολλά, και για παράδειγμα να θυμηθεί κάποιος ότι στην ίδια περίοδο του 1993-94, μετά τον μοιραίο τελικό του Tel Aviv, είχαμε ένα ακόμα χαμήλωμα σχημάτων στην προπονητική καριέρα του Ιωαννίδη, στον τελικό του Κυπέλλου με τον Ηρακλή και στον τέταρτο τελικό του ελληνικού πρωταθλήματος. Σχήματα τα οποία είχαν με θετικά αποτελέσματα στην ροή του παιχνιδιού, σε αντίθεση με το ματς του Ισραήλ, που δεν τόλμησε κάτι ανάλογο. Δεν ήταν όμως ιδιαίτερα πιθανό στον τελικό του Tel Aviv του 1994, να σουτάρει ο Ολυμπιακός ξαφνικά 20-25 τρίποντα, να πάει με πειραματικές πεντάδες στον πιο κρίσιμο και τελευταίο ευρωπαϊκό αγώνα της χρονιάς, με παίκτες σε θέσεις που ελάχιστα, έως καθόλου, είχαν παίξει εκείνη τη season (Paspalj στο 4, Tarpley στο 5), σπάνιους συνδυασμούς με 2 playmaker ταυτόχρονα στο παρκέ ή με έναν από τους προαναφερθέντες ξένους εκτός πεντάδας για αρκετή ώρα, σε πιο συμβατικές πεντάδες, μαζί με τον Φασούλα, με δεδομένη την ανετοιμότητα του Dragan Tarlac.

Ούτε μπορούσε να χρησιμοποιήσει κάποιος σαν σημείο αναφοράς τα παραπάνω ματς απέναντι στις 2 ομάδες της Θεσσαλονίκης. Tα τεσσάρια του Ηρακλή δεν ήταν τόσο ογκώδη όσο ο Tompson και ο Ολυμπιακός δοκίμασε κάτι διαφορετικό στον τέταρτο ελληνικό τελικό του 1994 για να καλύψει μια σημαντική διαφορά. Κυρίως όμως, σε εκείνο τον ευρωπαικό τελικό, πολλά πράγματα δεν πήγαν καλά, αλλά η ομάδα του Πειραιά είχε είχε πάρει ένα προβάδισμα στο σκορ και εμφάνιζε μια περισσότερο σφικτή άμυνα μετά τα προβλήματα που είχε στα πρώτα 20 λεπτά. Ανεξαρτήτως όμως αν έπρεπε να ήταν πιο τολμηρός ή όχι στο ματς με την Badalona, o Ιωαννίδης θα πλήρωνε με το ίδιο νόμισμα τον Ζοτς, ως outsider στο Final-4 του 1998 και στην Ελλάδα το 2000, χτίζοντας το δικό του σερί επί του Obradovic. Νίκες που αν των ρωτούσε κάποιος πιθανότατα θα αντάλλαζε με αυτήν του Tel Aviv. Ακόμα όμως και ο Ιωαννίδης, που ζητούσε την νίκη με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο, θα πρέπει να αποδεχτεί ότι υπάρχει το περιθώριο για αποτυχία σε μια υπερεπιτυχημένη καριέρα, σε ένα ελληνικό μπάσκετ που το, πιθανότατα, πιο μυθικό του πρόσωπο ο Γκάλης δεν έφτασε ποτέ σε έναν τελικό Ευρωλίγκας.

AFD56E5E-A26A-11EA-AA58-0EFA7B1F30A7

Next Post

Pulvis et umbra sumus

Μέρος Α – Γνωριμίες στα σκοτάδια Με τον Αταραξία γνωρίστηκα μια όχι […]

Subscribe US Now

%d bloggers like this: