Ιδανικός (μεταξύ και αναξίων) εραστής της Δόξας του Θρύλου…

ataraxias7

Στο δίπολο, αν υπήρξε ποτέ, Γκάλης-Γιαννάκης, ήμουνα με τον Γιαννάκη. Ίσως διότι απέναντι στο ψυχρό, γκανγκστερικό βλέμμα του Θεού και στο αναπόδραστο φόρτωμα των αντίπαλων καλαθιών, ένιωθα ενδεχομένως λίγος. Ή διότι με ενοχλούσε που «έκλεβε» στην άμυνα και έπαιρνε όλες τις προσπάθειες μπροστά, το έβλεπα εγωιστικό, αν και μπορεί να ιδωθεί και ως θυσία, αγόγγυστο φόρτωμα ευθυνών όταν η μπάλα καίει και ζυγίζει τόνους. Ενώ στη ζεστή, παραπονιάρικη ματιά του Δράκου, στη θυσία του κορμιού στην άμυνα, στην πάσα, στην αγωνία αν θα μπει το τρίποντο με χειρόφρενο στον αιφνιδιασμό, ένιωθα κάτι κοντινό, πιο δικό μου. Έτσι άλλωστε επέλεγα, ή τελικά μόνο μπορούσα, να παίζω και γω το παιχνίδι.

Ήξερα όμως ότι ενώ ο Παναγιώτης έκανε τους άλλους γύρω του καλύτερους, προσφέροντας σε όλα τα μήκη και πλάτη του γηπέδου και σε όλα τα κουτάκια της στατιστικής, και τον λατρεύω για αυτό, ο άλλος, ο Γκάνγκστερ, ο φονιάς είναι αυτός που πήρε, και μόνο αυτός μπορούσε να πάρει, ένα ολόκληρο έθνος από το χεράκι και το οδήγησε στην μπασκετική Γη της Επαγγελίας. Και για αυτό, απλά υποκλίνομαι και θαυμάζω συντετριμμένος.

Ανάλογα συναισθήματα λοιπόν μου δημιουργούσε το δίπολο, ας αφήσουμε στην άκρη για την ώρα τον τεράστιο Τεό, Διαμαντίδης-Σπανούλης. Τον 3D ένιωθα πιο κοντά μου μπασκετικά, με την πληθωρική παρουσία παντού, αλλά ήξερα, άσχετα αν δεν το παραδεχόμουνα, ότι ο άλλος, ο φονιάς είναι αυτός που μας σκότωνε στα μεταξύ μας. Αλλά προφανώς δεν τον είχα τόσο ψηλά όσο τον Θεό, δεν είχα τόσες προσδοκίες, όταν εκείνο το καλοκαίρι ακούστηκε το μπαμ στο ημίχρονο του τελικού του Μουντιάλ Ισπανία-Ολλανδία.

«Βασίλη Σπανούλη, μας ξανάκανες πρώτους μάγκες»

Ήρθε τότε στην πιο ακριβή ίσως ομάδα που είχε ποτέ ο Θρύλος μας, υπέρλαμπρος αστέρας αλλά μέσα σε έναν γαλαξία αστέρων. Εκείνη η πανάκριβη, άτυχη, αδικημένη και μάλλον κακοστημένη τελικά ομάδα δεν πέτυχε κανέναν από τους σημαντικούς στόχους της, το ένα έφερε το άλλο και το επόμενο καλοκαίρι ήρθαν τα μαντάτα.

Ένα καλοκαίρι στο χείλος του γκρεμού, όπου από την οριστική διάλυση καταφέρνουμε να σώσουμε την παρτίδα και να μπούμε με χαμηλό το βλέμμα στην αρένα. Χαμηλό αλλά πεινασμένο. Διότι, τελικά, αν αποσυνθέσεις τον τροπαιούχο Ευρώπης Ολυμπιακό, σου μένουν ένας πεινασμένος παικταράς, ένας προπονηταράς και ένας καλός υποστηρικτικός κορμός. Που σημαίνει ότι με άλλα τόσα…

Όχι ότι περίμενα αυτό που συνέβη, ότι το πίστευα δηλαδή. Ακόμα και όταν τρελαμένος ανάμεσα σε ζουρλούς έσπευδα προς το Sinan Erdem και τον τελικό του Θαύματος της Πόλης, ελάχιστες είχα ελπίδες για την κούπα. Από ντροπή που σας άφησα μόνους σχεδόν όλη την χρονιά ερχόμουνα να αφήσω τα λαρύγγια μου στην κερκίδα, Βασίλη.

Μας πήρες τότε από το χέρι Βασίλη και μας πήγες έναν ολόκληρο λαό, τον λαό του Θρύλου, στον μπασκετικό Παράδεισο. Και μόνο εσύ μπορούσες. Προφανώς όχι μόνος σου, υπήρξε η συναστρία με τον Γιώργαρο, τον κύριο Kyle, το αλάνι τον Acie και το αυθάδικο τσούρμο των πιτσιρικάδων, ο Δάσκαλος Duda πάνω από όλα και οι Αγγελόπουλοι που δεν φυγομάχησαν σαν κάτι άλλους… Αλλά όσο μόνος του μπορεί να το κάνει κανείς. Και το επανέλαβες την αμέσως επόμενη χρονιά, χωρίς τον Duda, όχι ότι ο μεγάλος Μπαρτζώκας είναι καμμιά αμελητέα ποσότητα, αλλά… καταλαβαινόμαστε. Συνέχισες να μας έχεις παράλογα, υπερβατικά, ονειρικά, μάγκικα, με το έτσι θέλω σου, στην κορυφογραμμή της Ευρώπης. Δημιούργησες εφιάλτες σε όλους τους θρύλους, ομάδες, παίκτες, προπονητές της εποχής σου, αδιαμφισβήτητα διαφεντεύεις όποια κατάταξη.

Ενστάλαξες Βασίλη μας ένα ανεπανάληπτο work ethic στην ομάδα, έκανες τους συμπαίκτες σου να δίνουν τα πάντα, παραδειγματισμένοι από σένα, σφυρηλάτησες σε μεγάλο βαθμό το refuse to lose, μας έκανες Απέθαντους. Στο καναβάτσο έναν ολόκληρο αγώνα, αλλά στο πεντάλεπτο-τρίλεπτο στο τέλος να σηκωνόμαστε σαν Βρυκόλακες, ρουφώντας εκστατικά την ζωή και τα όνειρα των αντιπάλων. Για μια εξαετία-επταετία, εγκαθίδρυσες ένα ιδιότυπο, αναπάντεχο πάντα, Βασίλειο του Τρόμου, να μετατρέπονται όλες οι βόλτες στην εξοχή σε θρίλερ μαζικών σφαγών με σένα στο πριόνι, εναντίον όλων. Έκανες τον Θρύλο μας το πιο κυριαρχικό αουτσάιντερ της ιστορίας, ένας ιδιότυπος, καταστασιακός θα έλεγε κανείς, τίτλος. Μας έκανες πρώτους μάγκες.

«Βασίλη Σπανούλη, δεν μας άξιζες»

Δεν μας άξιζε όμως αυτή η ευτυχία που μας χάρισες. Ούτε σαν οργανισμός, ούτε ως οπαδοί, κυρίως αυτό με πληγώνει. Θυμάμαι για καιρό στην ομάδα μας να μην έχεις την αναγνώριση που σου άξιζε ανάμεσα στους σύγγαυρους, παρόλο τον διπλό Άθλο. Γιατί; Διότι δεν έσκιζες, μέχρι κάποια εποχή, τον μοχθηρό αντίπαλο στα μεταξύ μας. Ασχέτως που παραγοντικά ήμασταν έρμαιο του Φάρου. Ασχέτως που ο οργανισμός, θα επανέλθω, δεν σε υποστήριξε αγωνιστικά όπως σου άξιζε. Πότε κέρδισες την αποδοχή και την αδιαπραγμάτευτη αγάπη των γαύρων; Όταν άφησες άφωνα αγάλματα 20 χιλιάδες τριφυλλοφόρους, Βασίλη, μέσα στο λημέρι τους, στο αντίο του alter ego σου και τεράστιου Μήτσου, σταλάζωντας το τελειωτικό δηλητήριο στο χρόνο που δεν είχε επιστροφή, μπροστά του, μπροστά σε όλους τους υβριστές σου, στο ζεματιστό κέντρο της Κόλασής σου. Την πάγωσες, πάγωσες τον χρόνο εδεκεί, σε ένα άστραμμα της ατσάλινης ματιάς σου.

Τότε λοιπόν σε αγκαλιάσαμε οι γαύροι στην πλειονότητά μας. Πολύ καθυστερημένα, ήδη υπηρετούσες το μεγαλείο του Δαφνοστεφανωμένου για έξι χρόνια. Ήδη μας είχες καρφώσει στην συνείδηση του μπασκετικού κοινού της Γηραιάς Ηπείρου ως τον πιο σκληρό αντίπαλο. Ήδη μας είχες οδηγήσει σε ανεπανάληπτους πανευρωπαϊκούς θριάμβους. Αλλά έπρεπε να σκοτώσεις το θεριό, τον αιώνιο, εδώ στα δικά μας τα στενά, για να σε παραδεχθούμε. Λογικό από την μία, για το οπαδικό θυμικό, τρομερά άδικο όμως για σένα, Βασίλη. Δεν μας το συγχωρώ.

Μετά βέβαια έγινες η αδιαμφισβήτητη σημαία μας, ο λόγος σου ευαγγέλιο για τους συνοπαδούς. Και αυτό με φέρνει στον οργανισμό της ομάδας. Η διοίκηση μετρήθηκε και πολλές φορές βρέθηκε ελλιποβαρής. Το έλλειμα καλύφθηκε, ως μη όφειλες και ως δεν είχες υποχρέωση, πίσω από την τεράστια προσωπικότητά σου, για να μην αναφερθώ σε ανατομικές λεπτομέρειες. Σε κάθε αβαρία του οργανισμού, των συμπαικτών σου, των προπονητών ακόμα, η ιερή πυρά της οργής, δίκαιης ή άδικης, των γαύρων έσβηνε στο πρόσωπό σου. Μια κουβέντα σου και «Εντάξει Βασίλη, για Σένα».

Δεν έπρεπε, δεν πρέπει ποτέ ένας παίκτης, ακόμα και αν μιλάμε για τον ανυπέρβλητο Βασίλη Σπανούλη, να γίνεται τόσο σημαντικός για τα πέρα της ευθύνης του θέματα σε έναν οργανισμό. Μέσα στην αδόκητη ευθύνη αυτή, σίγουρα θα έκανε λάθη, όπως θα έκανε και οποιοσδήποτε επαγγελματίας της διοίκησης αθλητικών οργανισμών ή τεχνικός διευθυντής είχε αναλάβει αντίστοιχο έργο. Όμως δεν θα έπρεπε ποτέ να είχε επιβαρυνθεί με τέτοιες λειτουργίες ο Βασίλης, δεν ξέρω με πόση προθυμία το έκανε, αν είχε ποτέ τέτοιο χούι από μόνος του, νομίζω όχι, καθόλου. Χρειαζόταν να υπάρχει έστω ένας μέσα στον οργανισμό να σε κοιτάξει ίσα στα μάτια, προπονητής, τεχνικός διευθυντής, GM να έχει το μέγεθος να κρατήσει τα μπόσικα, να σηκώσει το βάρος κάποιων αποφάσεων σε στιβαρές πλάτες. Δεν υπήρξε, μετά τον Duda τουλάχιστον. Αν όντως έγινε έτσι, όπως το αντιλαμβάνομαι ως εξωτερικός παρατηρητής και μέσω των ελάχιστων πληροφοριών που διαθέτω, μέσω του όποιου κριτηρίου μου περί της αξιοπιστίας τους. Καταλαβαίνω λοιπόν ότι δημιουργήθηκε με ευθύνη του οργανισμού μια άρρωστη, αναποτελεσματική «ισορροπία», που απέδιδε ανάλογα παραγόμενα. Ελπίζω να αξιωθώ να αποτυπώσω την σκέψη μου αυτή σε σχετικό κείμενο.

«Βασίλη Σπανούλη, σε ευχαριστώ που δεν μας άφησες»

Έτσι η παρουσία σου στην ομάδα Βασίλη λειτουργούσε ως αλεξικέραυνο αλλά και σε έβαζε συχνά στην θέση του αποδιοπομπαίου τράγου, παρά την καθυστερημένη αποδοχή σου που περιέγραψα παραπάνω. Εσένα το πιο πολύτιμο πετράδι στο στέμμα μας, εσένα τον Αρχηγό μας, το καμάρι του Συνδέσμου μας. Δεν έρχονται παίκτες αξίας δίπλα σου στην περιφέρεια, έφταιγες εσύ. Δεν καλύπταμε αξιοπρεπώς τα κενά στο ρόστερ, είτε από την αρχή της χρονιάς είτε μετά τις απώλειες στην πορεία της λόγω τραυματισμών; Ήσουνα ο υπεύθυνος. Δεν είχες την κατάλληλη καθοδήγηση (να σημειώσω ότι κατά την αντίληψή μου ήσουν από όλα τα ιερά τοτέμ παικτών στην Ευρώπη αυτός με την συγκριτικά μικρότερη τεχνική βοήθεια στο μάκρος της καριέρας σου) από τον πάγκο; Ήσουν ο άτυπος GM που υπονόμευε την δουλειά των τεχνικών και υπαγόρευε τα πήγαινε-μείνε-έλα τους.

Και όταν άρχισε η αναπόφευκτη καθοδική πορεία της απόδοσης και των στατιστικών σου, δεν είχες δίπλα σου αρκετή ποιότητα να στηριχθείς και να στηρίξεις, ώστε να συνεχίσουμε να κάνουμε το Αδιανόητο. Έφτασες να πολεμάς πολλές φορές μόνος σχεδόν, να χάνεις όλο και πιο συχνά. Κάθε επιστροφή να είναι πιο μανιασμένη βέβαια, πιο αποφασιστική, παρά το ότι συχνότερα πια δεν είχαμε νικηφόρα αποτελέσματα, και να σε χρεώνω για αυτό. Ο οργανισμός κανονικά έπρεπε να χρεώνεται, δεν σε στήριξε όπως σου έπρεπε. Εσύ όμως εκεί, ηρωικός αντιήρωας και ‘μεις εδώ, να σε βρίζουμε και να σε λατρεύουμε.

Αντί να φύγεις όταν έπεσε το μπάτζετ και θα έπρεπε να σηκώσεις το βάρος μέσα στο παρκέ, με άγραφους ξένους, τον από τραυματισμό Πρίντεζη και τα αμούστακα παιδιά, αμφισβητούμενος από παντού. Αντί να πας εκεί που σε παρακαλάγανε, στην Μπαρτσελόνα όπου σε ήθελε ο Xavi και σε κάλεσε ο ίδιος ο Navaro, στις ομάδες του Ataman που κατά δήλωσή του κάθε χρόνο σε προσέγγιζε. Να ήσουνα άρχοντας, χωρίς σκοτούρες πέρα από την απόδοσή σου, με αγωνιστική και όχι μόνο ποιότητα σε όλα τα επίπεδα. Να είχες οδηγήσει την όποια νέα σου ομάδα σε μία, δύο ή περισσότερες ακόμα Ευρωλίγκες, μακριά από το νοσηρό περιβάλλον του Φαρόπληκτου ελλαδικού μπάσκετ, μακριά από την πειραγμένη πλάστιγγα του μπασκετικού Ολυμπιακού που έβγαινες μπροστά για να εξισορροπήσεις. Έμεινες εδώ, τρώγοντας το σφόλι μαζί μας, να μας κρατάς ψηλότερα από όσο αξίζαμε, και να τα ακούς και από πάνω. Αυτό, πιο πολύ από όλα, με έκανε να σε λατρεύω.

Και αν υπήρχαν τόσοι άλλοι λόγοι να σε λατρέψω. Οι κηδείες στην Αρκούδα, τα τόσα ματς do or die που έπαιρνες πάνω σου, την σειρά play off, με την Efes το ’17, το αδιανόητο κρεσέντο στο δεύτερο ημίχρονο του τελικού στο Λονδίνο, την Πάσα στον τελικό του ’12, το κλείσιμο του σπιτιού του οχτρού το ’16. Τα λιγότερο τραγουδισμένα ματς, όπως αυτά με την Kaja ή την Cantu στην πρώτη φάση της Ευρωλίγκας το ’12, που αν χάναμε αποκλειόμασταν νωρίς. Τόσες στιγμές, που τις ξεχνάει και η πιο δυνατή μνήμη, τόσες ιδιοφυείς και παλληκαρίσιες ενέργειες, καλάθια και ασσίστ που ξεχαρβάλωναν κάθε αντίσταση, ακόμα και πρόσφατα, στα τελευταία σου. Βασίλη, σε ευχαριστώ που δεν μας άφησες.

«Βασίλη, δεν σου άξιζε αυτό το τέλος»

Το τέλος σου δε, θα είναι για μένα αιώνιο όνειδος για τον Σύνδεσμο. Έπρεπε να κλείσεις την καριέρα σου με ομαδάρα δίπλα σου, με κόσμο στα γήπεδα, σε ένα Final-4 τουλάχιστον. Για να μην πω με μια Ευρωλίγκα, που αν όντως είχες ομαδάρα και παικταράδες δίπλα σου θα τους οδηγούσες σε αυτήν. Όχι αυτό το μουδιασμένο, ψυχρό τέλος, γεμάτο ψιθύρους και αληθινούς ή φανταστικούς βυζαντινισμούς, μιας ξεπεσμένης μπασκετικής αυτοκρατορίας, αν όντως υπήρξε ποτέ. Τουλάχιστον καταφέραμε, διότι εσύ το διάλεξες και αυτό, να κλείσεις την καριέρα σου στον Ολυμπιακό μας, αντίθετα με τους θρύλους του παρελθόντος, τον Zarko, τον Milan, τον Αργύρη. Δεν σου άξιζε το τέλος που σου επιφυλάξαμε. Δεν θα μπορέσω να το ξεχάσω αυτό, ούτε να μας το συγχωρήσω.

«Βασίλη, σε ευχαριστώ για το Σκίρτημα της Καρδιάς»

Αυτό που προτιμώ όμως να μην χαθεί από την μνήμη μου είναι η Αίσθηση. Το Συναίσθημα που προκαλούσαν τα σηκωμένα χέρια, οι φλέβες που πετάγονταν έξω σχεδόν από το σύγκορμα παλλόμενο κορμί, το δάκτυλο στο μυαλό, η αυθάδης γλώσσα, εκείνο το φλεγόμενο βλέμμα που με έκανε να πιστεύω, εμένα που δεν θέλω να πιστεύω (σε) τίποτα, ότι θα βάλεις πάλι φωτιά στα τόπια, φωτιά στον αγώνα, φωτιά στις φιλοδοξίες των αντιπάλων, αυτό που πυρπολούσε τις ψυχές μας!

… Ήθελα αυτό το κείμενο να ήταν αλλιώς, να μίλαγε μόνο για το μεγαλείο του Βασίλη και πως λάμπρυνε τον Ολυμπιακό μας. Μου βγήκε αρκετά γκρινιάρικο, στριφνό. Είναι όμως, σωστά ή λάθος, έτσι όπως τα έζησα και τα νιώθω. Η χαρμολύπη, το Ανεκπλήρωτο, ίσως είναι το πεπρωμένο του μπασκετόγαυρου.

Βασίλη σε ευχαριστώ που ήρθες και μας ξανάκανες μάγκες, που άλλαξες την μπασκετική Ιστορία (μας), αν και δεν μας άξιζες. Σε ευχαριστώ που έμεινες ως το πικρό αντίο μαζί μας, αν και μπορούσες να πας οπουδήποτε. Σε ευχαριστώ που έκανες την καρδιά να πάλλεται. Σε ευχαριστώ που είσαι παρέα μου όταν κατεβαίνω στο Πορνείο. Σε ευχαριστώ για όλα. Αιώνια ευγνώμων, ταπεινός απόστολος και ιεροφάντης σου.

ΥΓ: Δεν φαντάζεσαι πόσο λίγο μου φαίνεται ένα απλό ευχαριστώ #Για_Εσένα_Αρχηγέ. Θα ήθελα να σε αγκαλιάσω, χωρίς να μιλήσω, ίσως νιώσεις. Αλλά δε θα το κάνω ακόμα και αν σε δω. Δεν θα μπορέσω να κρατήσω ψυχραιμία, εγώ ο κατά τα άλλα κυνηγός της Αταραξίας.

5 1 vote
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments
Next Post

Aperitif Season 2, Ep.1 - "So it begins.."

Subscribe US Now

0
Would love your thoughts, please comment.x
()
x
%d bloggers like this: