Basketball’s Holy Grail

Red Emerald 2

Έχω ξεκινήσει και έχω σταματήσει αρκετές φορές αυτό το κείμενο. Ο λόγος είναι ότι δεν ξέρω αν έχει νόημα να γράφεις για τέτοια ζητήματα με την κατάσταση που ζούμε. Αλλά μετά από τόσες εβδομάδες κλεισμένος μέσα στους 4 τοίχους, πρέπει να βρω έναν “ανώδυνο” τρόπο να αντιμετωπίσω την μοναξιά – ας πούμε γράφοντας. Ας αφήσουμε λοιπόν τους λόγους και ας περάσουμε στο προκείμενο.

Φέτος παρακολουθήσαμε μια παράλογη, από κάθε άποψη, μπασκετική, αγωνιστική, περίοδο από τον Ολυμπιακό. Οι λόγοι ήταν πολλοί και έχουν αναφερθεί και καταγραφεί από όσους ενδιαφέρονται τόσο εντός όσο και εκτός Red Point Guard. Η δική μου οπτική είναι ότι οδηγηθήκαμε σε αυτή την κατάσταση πρωτίστως, εξαιτίας της πρωτοφανούς (για την εποχή διαχείρισης Αγγελόπουλων) οικονομική δυσχέρεια ή καλύτερα ταμειακή στενότητα των τελευταίων μηνών/ετών. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τους απόηχους του ηχητικού του Πρίντεζη και της καταγγελίας του Toupane (για καθυστερημένη αποπληρωμή δόσεων συμβολαίου) έβαλαν την ομάδα στο στόχαστρο των πάντων. Εν τέλει, μετά από αρκετή σπέκουλα για το “credibility” των Αφων, περιόρισαν την δυνατότητα καλών επιλογών. Η πιάτσα των ατζέντηδων το καλοκαίρι δεν έστελνε τις συνήθεις τοπ λίστες γιατί δεν πίστευαν ότι θα βρουν δουλειά για τους παίκτες τους. Το μπαλάκι έπεσε στον coach Blatt, ο οποίος δεν πρέπει να ήταν και πολύ ζεστός με την όλη κατάσταση, ειδικά με το πρόβλημα της υγείας του να τον δυσκολεύει ακόμα περισσότερο.

Ο σχεδιασμός Blatt, (με το χαμηλό Budget που του προσφέρθηκε) σχημάτισε μια ομάδα με πολλά στοιχήματα αλλά κυρίως μια περιφέρεια άπειρη από παραστάσεις Euroleague και ακίνδυνη δημιουργικά. Και εν τέλει ήταν αυτή η χαμηλή ποιότητα του ρόστερ που οδήγησε το ερυθρόλευκο καράβι σε μια δίνη αναζήτησης λύσεων αλλά και κυρίως απογοητευτικών αποτελεσμάτων. Η ταφόπλακα στις όποιες ελπίδες να σωθεί κάπως η χρονιά, ήρθε όταν ο συμπαθής David απολύθηκε μετά από μόλις μια αγωνιστική. Σημείο των καιρών και του πανικού που βρέθηκε η διοίκηση στην αρχή της περιόδου και από τις ελάχιστες παρορμητικές αποφάσεις των Αφων στα χρόνια της ηγεσίας τους. Και σαν να μην έφτανε αυτό η ευθύνη της διαχείρισης της ομάδας ανατέθηκε (προσωρινά υποτίθεται) στον coach Kemzura. Βέβαια ως γνωστόν στην Ελλάδα ουδέν μονιμότερο του προσωρινού και ο «χλωμός δαίμονας», που βάφτισε κοροϊδευτικά ο Charles Bronson, έμεινε τελικά για 17 αγωνιστικές! Στο διάστημα αυτό σχεδόν «κατάφερε» να βάλει την ομάδα σε θέση υποβιβασμού για το Eurocup (ευτυχώς δεν υπάρχει αυτό το ενδεχόμενο). Ήταν τόσο κακός ο συνδυασμός ποιότητας υλικού και διαχείρισης από τον Coach Kemzura ώστε ο φετινός Ολυμπιακός είναι το 2ο χειρότερο σύνολο (βάση Net Rating) που έχει παρουσιάζει η ομάδα σε επίπεδο Euroleague από την δημιουργία του πρωταθλήματος.

270E6230-687A-11EA-B5B2-16EB70F23CF9

Μεγάλη κουβέντα θα πει κάποιος, αλλά είμαι έτοιμος να το εξηγήσω και να αναπτύξω την σκέψη μου. Πριν γίνει αυτό να σας πω ότι το χειρότερο σύνολο ήταν αυτό που παρουσίασε και πάλι ένας Λιθουανός (ακούς Νάβα😉) την αγωνιστική περίοδο 2004-05. Οι δύο εποχές έχουν αρκετά κοινά εκτός από ίδιας εθνικότητας προπονητή, η ομάδα προερχόταν από διοικητικούς κλυδωνισμούς για διαφορετικούς λόγους από τους σημερινούς. Η ποιότητα του ρόστερ όμως ήταν  και πάλι περιορισμένων δυνατοτήτων  έως και απαράδεκτη για ομάδα επιπέδου Ολυμπιακού. Και κυρίως στο τιμόνι βρισκόταν κάποιος προπονητής που δεν είχε τον χαρακτήρα και τα “balls” που απαιτεί ο ερυθρόλευκος πάγκος. Για το τεχνικό μέρος της δουλειάς του κάθε coach μπορούν να ειπωθούν πολλά, όμως ταυτόχρονα δεν γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες που επηρέασαν τις τελικές τους αποφάσεις. Η όποια δυνατότητα λοιπόν αποτίμησης του έργου τους μπορεί να γίνει στην νεκροψία (after the fact). Και αυτό θα κάνουμε σήμερα, θα μιλήσουμε για αποτίμηση έργου έχοντας το παρ’ ολίγον πτώμα στο τραπέζι του νεκροτομείου. (Ρε σεις αυτό κουνιέται ακόμα…)

imageedit_6_2528918602

 

Πριν μπούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες να αναφέρω ότι οι περισσότερες αναλύσεις που διαβάζεις σχετικά με Έλληνες παίκτες είτε ομάδες είναι στην βάση τους υποκειμενικές απόψεις, που βασίζονται σε κάποιου είδους τεχνική γνώση που διαθέτει ο αρθρογράφος για το παιχνίδι. Υπάρχουν και λίγοι που εμπλουτίζουν τα κείμενα τους με στατιστικούς δείκτες (που οι περισσότεροι αναγνώστες δεν πολυκαταλαβαίνουν) και ακόμα λιγότεροι που προσπαθούν να συνδέσουν τους δύο κόσμους της οπτικής «αθλητικής» παρατήρησης με την «αριθμοκεντρική».

Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι πως και οι δύο κόσμοι είναι «οπτικές υπό γωνία» και δεν είναι δογματικές αλήθειες εξ αποκαλύψεως. Και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται.

Ψιλά γράμματα για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, που ψάχνει να βρει τα κίνητρα (με ιδιοτελή κριτήρια) πίσω από μια οποιαδήποτε προσπάθεια ανάλυσης. Συχνά βέβαια καταλήγει να καταργεί την λογική υπό το πρίσμα μιας οπαδικά χρωματισμένης προκατάληψης. Με την ελπίδα λοιπόν να μην γίνει και αυτό το κείμενο βορά στο χωνευτήρι των social media αλλά να βοηθήσει κάποιους να σκεφτούν εναλλακτικά – ξεκινώ..

Για αρχή θα ήθελα να θέσω τις αρχές και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εξετάσω τα όποια ζητήματα.

Tο μπάσκετ είναι πρωτίστως ένα παιχνίδι κατοχών και ο τρόπος με τον οποίο τις αξιοποιείς και ταυτόχρονα αντιμετωπίζεις τις κατοχές του αντιπάλου δίνει πλεονέκτημα και εν τέλει καθορίζει το τελικό αποτέλεσμα

Για όσους δεν το γνωρίζουν, στην αρχή αυτή επάνω (των κατοχών) έχει δομηθεί και ένα μεγάλο μέρος των προηγμένων στατιστικών. Αρχικά για να ορίσει τι είναι μια κατοχή και στην συνέχεια για να καταγράψει την αποτελεσματικότητα μιας ομάδας ανά κατοχή σε επίθεση και άμυνα. Αυτό γίνεται με την επιδίωξη να μπορέσει (ο αναλυτής) να συγκρίνει ομάδες μεταξύ τους  ανάγοντας την απόδοση τους σε ίδιο αριθμό κατοχών. Και αυτό ακριβώς κάνουν τα περιβόητα Offensive & Defensive Ratings που σίγουρα θα έχετε ακούσει. Αυτό λοιπόν που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι ο ορισμός της κατοχής είναι το building block για μια εις βάθος μπασκετική «αριθμοκεντρική» ανάλυση.

Η κατοχή μπάλας ως ιερό δισκοπότηρο έχει απασχολήσει σπουδαίους αναλυτές και μάλιστα ορισμένοι έκαναν τεράστια καριέρα ως πρωτοπόροι στον ορισμό της έννοιας της κατοχής. Αυτός ο τρόπος σκέψης επηρέασε έμπρακτα τον τρόπο με τον οποίο οι προπονητές και φίλαθλοι αντιλαμβάνονται σήμερα το παιχνίδι. Και πλέον ίσως και να καθοδηγούν και την εξέλιξη και τον σύγχρονο τρόπο που παίζεται το παιχνίδι.

POSIND1

 

Όμως ακόμα και έτσι, μετά από περίπου 30 χρόνια υπάρχουν διαφορετικές οπτικές και αντικειμενικές δυσκολίες να καταγραφούν με ακρίβεια οι κατοχές με κοινά αποδεκτό τρόπο από ένα Box score. Όποιος ενδιαφέρεται για το ζήτημα και θέλει μια καλή εισαγωγή στον τρόπο σκέψης προτείνω αναμφίβολα το βιβλίο του Dean Oliver Basketball on Paper: Rules and Tools for Performance Analysis που είναι κάτι σαν Βίβλος για τους μπασκετικούς αριθμολάγνους.

Για να προχωρήσουμε όμως, τα προβλήματα στο ζήτημα καθορισμού μιας κατοχής είναι:

 

  1. Αν με το επιθετικό rebound ανανεώνεται ή συνεχίζεται και
  2. πως τα ομαδικά rebound ή νέες κατοχές ως αποτέλεσμα τεχνικών ποινών καταγράφονται στο Box score των αγώνων.

Ο συλλογισμός αυτός στο πρώτο μέρος του, είναι παράγωγο της «ανάγκης» κάποιων να θεωρούν ότι μια κατοχή που ανανεώνεται μέσα από επιθετικό rebound είναι η συνέχεια μιας ίδιας δράσης – πράγμα το οποίο προσωπικά με βρίσκει αντίθετο. Και αυτό γιατί στα νέα 14” που προσφέρονται, συνήθως οι ομάδες επιδιώκουν ένα γρήγορο put back είτε βγάζουν την μπάλα γρήγορα έξω για ένα σουτ είτε καταλήγουν σε κάποιον αυτοσχεδιασμό – σε κάθε περίπτωση είναι δράση διαφορετικής φιλοσοφίας και άρα άλλο Play.

Σε ότι αφορά το δεύτερο μέρος όντως αυτό είναι ένα τεχνικό πρόβλημα στο οποίο όμως τα τελευταία χρόνια και σε προηγμένα πρωταθλήματα έχει περιοριστεί, καθώς έχουμε καλύτερη καταγραφή των ομαδικών rebound μέσα από τα Play by Play data.

Συνολικά όμως το μεγαλύτερο μειονέκτημα της ανάλυσης ανά κατοχή είναι ότι αναγάγει την σύγκριση σε ίδιο αριθμό κατοχών επηρεάζοντας έμμεσα το τελικό αποτέλεσμα. Γιατί γίνεται αυτό; Εξηγώ.

H απόδοση επιθετικά ή αμυντικά μιας ομάδας είναι σε μεγάλο βαθμό συνυφασμένη με τον ρυθμό με τον οποίο νιώθει ή δεν νιώθει καλύτερα.

Και για αυτό ένας από τους βασικούς στόχους κάθε προπονητή είναι να οδηγήσει τον αγώνα στον ρυθμό που εξυπηρετεί την ομάδα του. Ως εκ τούτου η αναγωγή σε ίδιο ρυθμό (= ίδιες κατοχές) είναι μια παραδοχή στατιστική που μπορεί να συγκρίνει φαινομενικά όμοια πράγματα αλλά στην ουσία κάνει pace adjusted και άρα performance biased το όποιο τελικό συμπέρασμα.

Σε κάθε περίπτωση για να συγκρίνουμε μια επίθεση/άμυνα με μια άλλη θα πρέπει να το κάνουμε σε μια μονάδα βάσης. Για αυτό τον λόγο επιλέγω το Play ως καλύτερη μονάδα ανάλυσης. Tο Play ως έννοια αναφέρεται στο σύνολο των φορών που είχε μια ομάδα την μπάλα στην κατοχή της με δικαίωμα να εκδηλώσει επίθεση (ανεξάρτητα αν έτρεχε το ρολόι, είχε δικαίωμα βολών, ανανέωσε με επιθετικό rebound, υπήρξε τεχνική ποινή κλπ). Αυτό που ισχυρίζομαι ότι πρέπει να μας ενδιαφέρει, είναι το τελικό παραγόμενο αποτέλεσμα σε οποιοσδήποτε αγωνιστικές συνθήκες αλλά και στον όποιο χρόνο είχε διαθέσιμο. Και όχι υπό ποιες συνθήκες η κάθε ομάδα κατέληξε να επιτεθεί ή να αμυνθεί σε 1 Play.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο και για να απλοποιήσουμε τον συλλογισμό – πρέπει να ορίσω το Play.

Plays = FGA + TO + FOULS WON

Για να γίνει πιο κατανοητό οπτικά ετοίμασα το ακόλουθο γράφημα που περιγράφει με ποιους τρόπους καταλήγει μια ομάδα να έχει ένα Play. Και για να το συνδέσω με τον Ολυμπιακό αναλύω το πως κατανέμονται τα Plays του (κατά μέσο όρο) σε ένα αγώνα του. Ως βάση χρησιμοποίησα τους 485 αγώνες του Ολυμπιακού από το 2001 στην Euroleague. Όπως θα διαπιστώσετε ο Ολυμπιακός κατά μέσο όρο έχει την μπάλα 94.6 φορές σε κάθε αγώνα και οι κατοχές αυτές καταλήγουν σε 59 τελικές προσπάθειες (FGA 62.4%), 22.5 κερδισμένα φάουλ (FoulsWon 23.8%) και 13.1 λάθη (ΤΟ 13.8%)

BallPossBB

<ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ>

Σύμφωνα με την δική μου θεώρηση των πραγμάτων. Στο μπάσκετ 4 βασικοί παράγοντες παίζουν τον μεγαλύτερο ρόλο στο τελικό αποτέλεσμα ενός αγώνα:

 

  • ο έλεγχος του ρυθμού
  • η διαφορά στο πλήθος των κατοχών (Plays Variance) απέναντι στον αντίπαλο
  • και η διαφορά σε επιθετική (ORTG) και
  • αμυντική (DRTG) αποτελεσματικότητα δηλαδή σε πόντους ανά κατοχή.

Με άλλα λόγια αν φέρεις τον αγώνα στον ρυθμό που σε εξυπηρετεί (θεωρητικά θα είσαι πιο αποδοτικός) τότε έχεις μεγαλύτερες πιθανότητες να βάλεις περισσότερους πόντους ανά επιθετική κατοχή και κατ’ αντιστοιχία δέχεσαι λιγότερους σε αντίστοιχη κατοχή αντιπάλου. Υπό αυτές τις «κανονικές συνθήκες» σου αρκεί ίδιος αριθμός κατοχών για να κερδίσεις.

Αλλά επειδή το παιχνίδι είναι δυναμικό και δεν μπορείς πάντα να ελέγχεις τον ρυθμό, η μεγαλύτερη διασφάλιση για ένα επιτυχές αποτέλεσμα είναι να έχεις περισσότερες κατοχές από τον αντίπαλο είτε να οδηγήσεις τις δικές του σε χαμηλής απόδοσης επιλογές για να έχεις ελπίδες νίκης

Προφανώς αυτό ακούγεται ως μια ψυχρή αριθμητική εκτίμηση όμως έχει μεγάλη εφαρμογή και στην πράξη.

Και για σταματήσουμε να μιλάμε θεωρητικά. Όσοι έχετε μέχρι σήμερα αγανακτήσει με την φετινή διαχείριση Kemzura να σηκώσετε το χέρι… οκ σχεδόν όλοι! Αλλά μπορείτε να εξηγήσετε τι έκανε τόσο λάθος ο «χλωμός δαίμονας»; Για να μην κουράζεστε το έκανα εγώ για εσάς.

Ο coach Kemzura ανέλαβε τον Ολυμπιακό την 2η αγωνιστική (11/10/2019) απέναντι στη Βαλένθια και έμεινε στο τιμόνι μέχρι 10/01/2020 όταν και ξανακέρδισε 2η φορά τις «νυχτερίδες» και παρέδωσε στον coach Μπαρτζώκα. (Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως η ικανότητα του Χλωμού Δαίμονα να εξοντώνει νυχτερίδες θα έπρεπε να αξιοποιηθεί στην μάχη κατά του COVID-19. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι και μόνο στο όνομα Kemzura νυχτερίδες και παρελκόμενοι νυχτεριδο-ιοί τρέχουν πανικόβλητοι. Δεν ξέρω απλά μεταφέρω πληροφορίες που διάβασα σε έγκριτες σελίδες στο Facebook..)

bat

 

O bat killer Kemzura, στο διάστημα αυτό, έτρεξε ένα ρεκόρ νίκες – ήττες (7-10, 41.2%) και με εξαίρεση λίγα παιχνίδια, εμφάνισε ένα σύνολο που επιδίωξε και έπαιξε πιο γρήγορα (93.9 Plays/40min) από τον Ολυμπιακό του coach Blatt (15-15, 50%) της περιόδου 2018-19 που είχε (92.6 Plays/40min). Την ίδια στιγμή στην άμυνα, ο Ολυμπιακός του Kemzura επέτρεπε (94.6 Plays/40min) στους αντιπάλους του – ενώ την περίοδο 2018-19 επί Blatt ο Ολυμπιακός έλεγχε καλύτερα τον ρυθμό των αντιπάλων του με αποτέλεσμα να επιτρέπει μόλις (91.2 Plays/40min) αριθμό ρεκόρ στην παρουσία της ομάδας τελευταία 19 χρόνια στην Euroleague! (Αλήθεια πως το πέτυχε αυτό coach Blatt; Μάλλον θέμα για άλλο κείμενο)

Πίσω στο θέμα μας, η αύξηση στον ρυθμό της ομάδας (+3 Plays/Game) στην επίθεση χωρίς την κατάλληλη αντιμετώπιση στην άμυνα (+5 Plays/Game) για τους αντιπάλους – δημιούργησε ένα δισεπίλυτο  αγωνιστικό πρόβλημα. Γιατί δεν ήταν μόνο πρόβλημα οι επιπλέον κατοχές (+2 Plays/Game) που επέτρεπε στους αντιπάλους του ο Ολυμπιακός του Kemzura, αλλά και ότι η αμυντική του λειτουργία πλήγωνε σχεδόν εις διπλούν ό,τι καλό δημιουργούσε η επίθεση. Αφού, παρότι σκόραρε 83.2π στην επίθεση (+5.3π έναντι του Blatt) στην άμυνα δεχόταν 84.8π (+7.9π έναντι του Blatt) επιτρέποντας στους αντιπάλους μας να έχουν ελαφρά καλύτερα ποσοστά στο σουτ +2% eFG%.

Κοινώς τους δίναμε περισσότερες κατοχές για να επιτεθούν και η αμυντική μας αποτελεσματικότητα ήταν χειρότερη από ποτέ! Αυτό είναι και που θα μείνει στα χρονικά ως η περίοδος…

Kemzura

Και αν κάποιος αναρωτιέται τι γινόταν ανά περίοδο με τους προηγούμενους προπονητές του Θρύλου σας παραπέμπω στον ακόλουθο πίνακα. (πατήστε κατευθείαν ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ για να μην στραβωθείτε). Μια σύντομη ματιά στο Defensive Rating (Drtg) αλλά και στις στήλες Pace (Plays σε 40 λεπτά) θα σας πείσουν.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

1Ν

<ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ >

Ήταν λοιπόν ο coach Kemzura τόσο αφελής για να πατήσει το γκάζι και να τρέχει άσκοπα χωρίς να μπορεί να ελέγξει το αποτέλεσμα των πολλών δράσεων και στις δύο πλευρές του παρκέ; Εκ του αποτελέσματος ήταν! Το πλάνο Kemzura απέτυχε (απέναντι σε Up Tempo όσο και Low Tempo ομάδες) γιατί η ίδια η ομάδα του δεν μπορούσε να υποστηρίξει τον ρυθμό που επέλεξε. Και μπορεί να είχε περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας εάν οι οργανωτές του ήταν έμπειροι και ικανοί να διαβάσουν τις αντίπαλες άμυνες – αλλά δεν τους είχε! Σε αυτό το πρόβλημα η λύση που έδωσε ο coach Kem ήταν η αποπομπή του W. Cherry και η έλευση του T. Rochestie, ο οποίος θα μπορούσε ενδεχομένως να βελτιώσει επαρκώς το δημιουργικό κομμάτι της επίθεσης αν ήταν μερικά χρόνια νεότερος και δεν προερχόταν από πολυετή παρουσία στο πρωτάθλημα τσίρκο του CBA.

Η σκληρή όμως πραγματικότητα ήταν ότι με τους Baldwin, Cherry, Rochestie και Κόνιαρη να μην μπορούν να ανταποκριθούν στο ρόλο του τιμονιέρη, φυσιολογικά η ευθύνη πήγε στον Σπανούλη που εν έτει 2020 στα 39 του έπρεπε να τρέξει μια ομάδα φιλοσοφίας Up tempo. Λογικό και αναμενόμενο ήταν οι αντίπαλοι προπονητές να το εκμεταλλευτούν χτυπώντας τον Σπανούλη σε επίθεση και άμυνα, αφού ήξεραν ότι με αυτόν εκτός ροής αγώνα η ομάδα μας ήταν… για αυτό που πήρε. Για να το ποσοτικοποιήσω, ο Ολυμπιακός με Σπανούλη στο παρκέ είχε –12π +/- αλλά με Σπανούλη εκτός παρκέ είχε -31π +/- <ΠΗΓΗ>

Τα αποτελέσματα γνωστά… Κάπου εκεί ξύπνησαν και οι Αγγελόπουλοι και έβαλαν έναν έμπειρο οδηγό αγώνων ταχύτητας (coach Μπαρτζώκα) στο αγωνιστικό στην θέση του Κεστούτις που ήταν κύριος και φιλότιμος αλλά είχε εμπειρία μόνο από τα Λιμανάκια.

Ο coach B κατάλαβε αμέσως την αδυναμία της ομάδας του στον έλεγχο του ρυθμού των αγώνων και προσπάθησε να αυξήσει τις δικές του κατοχές και να μειώσει των αντιπάλων του. Για να το επιτύχει αυτό έκανε 3 σημαντικές προσθήκες σε frontcourt και backcourt.

Aρχικά προσθέτοντας ένα παίκτη για να λειτουργήσει ως Rim protector. O Octavius Ellis ήρθε για να κερδίσει νέες κατοχές μέσα από επιθετικά rebound (1.6 ORB) ή να αλλοιώσει τα σουτ υψηλού % κοντά στο καλάθι στην άμυνα (0.7 BLK) αλλά και για να δώσει σιγουριά στο αμυντικό rebound. Και ο Οκτάβιος τα πήγε εξαιρετικά αφού όσο και αν ακούγεται παράδοξο ο Ellis είχε (DRB% 22.6) έναντι 22.2 του Milutinov (παίκτη με εξαιρετικές επιδόσεις στο DRB% τα τελευταία χρόνια). Η συνολική προσφορά του O. Ellis όπως καταγράφεται από τον δείκτη αξιολόγησης (PIR 12.6) τον έφερε στην 3η θέση πίσω από Milutinov και Πρίντεζη.

Η ίδια λογική ακολουθήθηκε και με την προσθήκη  του S. McKissik ένας αθλητικός Guard/Forward που πίεσε την μπάλα (1.0 STL και 0.7 BLK) ενώ στην επίθεση έδωσε την ενέργεια που χρειαζόταν η ομάδα για να υποστηρίξει το παιχνίδι υψηλού ρυθμού, (USG% 27.5), (16.3 Plays/Game) και (PIR 10.3) (4η καλύτερη επίδοση στο φετινό ρόστερ). Αντίστοιχη ήταν και η προσδοκία για τον D. Buycks αλλά τελικά αυτή η μεταγραφή δεν βγήκε μέσα στο γήπεδο.

Οι 3 νέες προσθήκες σε συνδυασμό με την δουλειά που έγινε στις προπονήσεις, ειδικά στην άμυνα και μερικές προσαρμογές στην επίθεση (αυξημένες προσπάθειες για 3π 3PAR 40% και περισσότερα drive, ή drive n kick), έφεραν καλύτερη αγωνιστική εικόνα αλλά και αποτελέσματα.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

3n

Ο Ολυμπιακός του Μπαρτζώκα ανέβασε ελαφρά ρυθμό 94.3 Plays σε 40 λεπτά αγώνα (+0.4 από τον Kemzura) ενώ ταυτόχρονα μείωσε των αντιπάλων του κατά (-2.3 από τον Kemzura) και ήταν εν τέλει αυτές οι επιπλέον +2.7 κατοχές μπάλας ανά 40 λεπτά που του έδωσαν κάποιες νίκες αλλά και συνολικά καλύτερη εικόνα μέσα στο γήπεδο. Γιατί σε περίπτωση ίδιου αριθμού κατοχών τόσο με Kemzura όσο και επί Μπαρτζώκα η ομάδα δεν μπορούσε κερδίσει παιχνίδια όπως αποδεικνύεται και από τον δείκτη NTRG που και στις 2 περιπτώσεις (Kemzura -1.0 και Μπαρτζώκα -1.5) είναι αρνητικός. (Για την σημασία αλλά και την υψηλή συσχέτιση Net rating και Win% έχω μιλήσει στο παρελθόν <ΕΔΩ>)

Η δημιουργία επιπλέον κατοχών (+2.7) επί Μπαρτζώκα παράλληλα με την βελτίωση στα ποσοστά της ομάδας στο σουτ (eFG% 56.7%, +2.6pts) αλλά και ο περιορισμός του αντιπάλου κοντά στο καλάθι (2FG% 50.1%, -1.3pts) προσέφεραν περίπου +1.9π στον Ολυμπιακό από όσους πετύχαιναν οι αντίπαλοι  ανά 40 λεπτά – όπως θα δείτε στον Πίνακα 2. Το πρόβλημα που και οι 2 προπονητές δεν μπόρεσαν να λύσουν είναι η αποτελεσματικότητα των αντιπάλων μας από το (σούταραν με 40%+ αρνητικό ρεκόρ στην Euroleague για την άμυνα μας – δείτε ΠΙΝΑΚΑ 3 που ακολουθεί) και ιδιαίτερα η αντιμετώπιση των corner 3s όπως θα δείτε και στο πάντοτε χρήσιμο γράφημα του Παναγιώτη aka LostGps.

chart (9).png

Και τέλος, δείγμα του “χαλασμένου μυαλού” της ομάδας φέτος – η κακή χρήση των φάουλ – και το γεγονός ότι οι αντίπαλοι μας φέτος σούταραν με 80% από την γραμμή των ελευθέρων βολών. Γιατί δεν μπορέσαμε να οδηγήσουμε στις βολές περισσότερους από τους “κακούς” σουτέρ των αντιπάλων μας. Απλά θυμηθείτε την φάση με Baldwin στο τέλος στο ΟΑΚΑ πριν ισοφαρίσει ο Παπαγιάννης… (και κάπως έτσι τα έχανες τα ματσάκια Κεστούτις μου…)

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

2

Συνοψίζοντας, ο coach Μπαρτζώκας δεν είναι μάγος αλλά είναι γνώστης των βασικών του παιχνιδιού και έχει την τεχνογνωσία να επιβάλει τον ρυθμό που τον εξυπηρετεί. Και όπως θα διαπιστώσει όποιος μελετήσει προσεκτικά την διαφορά σε Plays που παρουσιάζονται στον Πίνακα 1 επανέφερε την ομάδα σε επίπεδα 2016/17 σε ότι αφορά τον έλεγχο των κατοχών. Γνωρίζοντας ότι δεν έχει αξιόλογο οργανωτή ούτε σκόρερ 1η γραμμής, προσπάθησε να πάρει ό,τι καλύτερο μπορούσε μέσα από την άμυνα, η οποία είναι όμως η χειρότερη σε αμυντική αποτελεσματικότητα στην ιστορία του Ολυμπιακού στην Euroleague – παρόλες τις παρεμβάσεις που και ο ίδιος έκανε. (Με Μπαρτζώκα φέτος DRTG 85.3) Σε κάθε περίπτωση έδωσε το στίγμα ότι όταν επιστρέψουμε στην κανονικότητα αλλά και στα γήπεδα ο Ολυμπιακός θα μάχεται για κάθε μπάλα – όχι γιατί είναι μόνο στο DNA της ομάδας αλλά γιατί σε αυτό το επίπεδο, όπου οι διαφορές στο % στο σουτ είναι μικρές, η νίκη έρχεται σε μεγάλο βαθμό από τις περισσότερες ευκαιρίες.

Όπως έχει πει και ο coach Brad Stevens των Boston Celtics.

The difference between a good defensive team and a bad defensive team is as little as three possessions

Γιατί αγαπητοί φίλοι/ες το Ιερό δισκοπότηρο του μπάσκετ είναι η κατοχή της μπάλας. Και η δουλειά του καλού προπονητή είναι να διασφαλίσει το πλήθος πριν ασχοληθεί με το είδος και την ποιότητα των δράσεων.

Holy grail

 

Υ.Σ. Χρόνια Πολλά και με την ελπίδα σύντομα όλο αυτό που ζούμε να είναι μια κακή ανάμνηση. Μέχρι τότε προστατέψτε τις ευπαθείς ομάδες και πειθαρχήστε τους εαυτούς σας στις οδηγίες των ειδικών.  Η φάση ούτε είναι, ούτε χωράει χαβαλέ, πολιτική, εγωισμούς και καιροσκοπισμούς.

 

Next Post

Το Ερυθρόλευκο δώρο

“.. I wouldn’t like nights so bright, you couldn’t see the stars..” […]

Subscribe US Now

%d bloggers like this: