Some numbers are bigger than others.

Τα τελευταία χρόνια η στατιστική και η επιστήμη των αριθμών μπαίνει όλο και πιο πολύ στα σπορ, προσπαθώντας φυσικά να προσθέσει μια παραπάνω ερμηνεία, μια εξήγηση όσων είδαμε. Σκοπός της στατιστικής δεν είναι να καταδείξει το ποιος νίκησε ή έπρεπε να νικήσει, μιας κι αυτό εξαρτάται από πολλά μη μετρήσιμα values, αλλά να δείξει ποια ήταν Η ΕΙΚΟΝΑ ενός παιχνιδιού, να κατευθύνει δηλαδή τον κόσμο ως προς την κεντρική ιδέα όσων είδε (ή δεν είδε). Η αναγκαιότητα της στατιστικής απεικόνισης που θα προσπαθεί να “εξηγήσει” τι συνέβη, προφανώς και διαφέρει από άθλημα σε άθλημα. Για παράδειγμα, σε ένα χαοτικό άθλημα όπως είναι το ποδόσφαιρο, που “περιφρουρείται” από λιγότερους κανόνες, η στατιστική καταγραφή είναι σχεδόν ανούσια (είναι κοινώς αποδεκτό πλέον ότι στατιστικές κατηγορίες όπως η κατοχή μπάλας ή οι τελικές ευκαιρίες είναι πολύ πιθανό να μη δείχνουν ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟΛΥΤΩΣ για την γενική εικόνα ενός παιχνιδιού). Στο άλλο άκρο, στο baseball (προσωπική μου λατρεία το συγκεκριμένο άθλημα) τα πάντα είναι στατιστική, τα πάντα καταγράφονται και τα πάντα μετρούν στην αξιολόγηση των μονάδων/ομάδων/παιχνιδιών. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι δε θα υπήρχε baseball χωρίς την στατιστική. Στο μπάσκετ όμως, τα πράγματα είναι πιο πολύ στη μέση. Οι αριθμοί μπορούν να δώσουν την εικόνα ενός αγώνα, αρκεί να τους εξετάσουμε υπό το σωστό πρίσμα.

Όλο αυτό κάποιες φορές γίνεται επιτυχημένα και άλλες αποτυχημένα. Το κλειδί σε αυτό είναι ένα: Να βρεθεί (για κάθε άθλημα) η σωστή φόρμουλα, μια συγκεκριμένη ποσοτική καταγραφή που θα έχει ΟΝΤΩΣ σημασία. Εν ολίγοις: όχι πια ανούσια στατιστικά που δε βοηθούν!
Φλύαρη εισαγωγή, το παραδέχομαι (τίμιος), για να καταλήξω σε αυτό που εδώ και καιρό έχω αρχίσει να παρατηρώ, στο ότι δηλαδή δεν υπάρχει ασφαλέστερη και πιο αντιπροσωπευτική -για το πως κυμάνθηκε ένα παιχνίδι- αριθμητική κατηγορία στο μπάσκετ απ’αυτήν των “συνολικών κατοχών“. Ο αριθμός των κατοχών και άρα ο ρυθμός, είναι αυτά που δείχνουν ποιος επικράτησε στο γήπεδο απ’την άποψη της επιβολής. Ποιος δηλαδή επέβαλε το στιλ του και ποιος τέλος πάντων ήταν καλύτερος σε αυτό το στιλ που ακολουθήθηκε.

Κατ’εμέ λοιπόν, μια επίθεση δεν πρέπει να κρίνεται από το πόσους πόντους σκοράρει, αλλά από το πόσους πόντους σκοράρει ανά κατοχή. Αντιστοίχως, μια άμυνα μου φαίνεται πιο δίκαιο να κρίνεται από το πόσους πόντους δέχεται ανά κατοχή.

Βλέπουμε φέτος ότι για την ώρα, τα παιχνίδια πάνε σε υψηλά σκορ, γρήγορο ρυθμό κτλ. Ότι “το παιχνίδι άλλαξε”. Εν πολλοίς βοηθούν και οι νέοι κανονισμοί σε αυτό, μιας και “τιμωρούν” την ομάδα που προσπαθεί να ανακόψει ένα (σχεδόν) σίγουρο καλάθι του αντιπάλου. Ο Ολυμπιακός στην Βιτόρια για παράδειγμα, δεν είμαι σίγουρος αν παρασύρθηκε έτσι απλά από τον ρυθμό της Baskonia (που αρέσκεται να παίζει up tempo) ή αν πλέον νιώθει βολικά να παίξει έτσι από μόνος του. Και το λέω αυτό γιατί προηγήθηκαν 2 παρόμοια παιχνίδια με Παναθηναϊκό και Efes.

Για να επιστρέψω σε αυτό που έλεγα πριν, θα πω το εξής: Οι assists & οι πόντοι ενός παίκτη, είναι πολύ πιθανό να μην “εξηγούν” το πόσο καλός ήταν ή δεν ήταν. Κι αυτό είναι ευκολονόητο. Ομάδες με ποιοτικούς παίκτες που παίζουν γρήγορο μπάσκετ, με πολλές κατοχές και πολλά σουτ ανά παιχνίδι, έχουν αυτομάτως παίκτες με “γεμάτη” στατιστική. Teodosic-De Colo πχ, πώς να μην έχουν τέτοιους αριθμούς όταν η ομάδα τους έχει κάνει ψωμοτύρι την 100άρα; Κι αν η CSKA δεν είναι το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα γρήγορης ομάδας, ας δούμε την Real. Ή ακόμα και τον Ολυμπιακό στη Βασκονία. 95 πόντοι στην επίθεση με τον περσινό MVP (Πρίντεζη) να μένει στους μηδέν. Περίεργο ε; Καθόλου!

Ναι, ο αριθμός των κατοχών είναι πιο χρήσιμος στην ανάγνωση ενός αγώνα από τις assists πχ. Γιατί οι assists ή η ευστοχία ενός παίκτη, κρίνονται από πολλά. Από το αν τα σουτ που παίρνεις είναι “καλά” (προϊόν ομαδικής προσπάθειας αυτό) μέχρι το αν οι συμπαίκτες σου είναι καλοί ώστε να “γράψεις” πολλές assists τροφοδοτώντας τους.
Ο Σπανούλης έκανε ρεκόρ με 15 assists. Μαγικό, super wow, εκπληκτικό κτλ. Ναι, αλλά έχει λογική. Άλλο να δίνεις στον Lojeski και τον Green (που btw έδειξε στο τελευταίο δεκάλεπτο και μετά από μερική αστοχία ότι δεν είναι “σουτέρ ημέρας” αλλά σουτέρ με ποιότητα, κι ας δείχνει να είναι λίγο μονοδιάστατος αλλά – αυτό είναι άλλη κουβέντα) και άλλο να δίνεις “τελική πάσα” στον Strawberry και στον Odom. Η assist εξαρτάται από δύο, όχι από έναν (κάπου εδώ να πω ότι η μαγκιά των Σπανούλη και ΔΔ που τόσα χρόνια έκαναν “μάγκες” τους Lasme, Hunter κτλ είναι διπλή σε σχέση με άλλους κορυφαίους PGs της λίγκας που έχουν καλύτερους συμπαίκτες).

Εν πάση περιπτώσει, το κείμενο έχει κάποιες κοινές αναφορές με το προηγούμενο που είχα γράψει, σχετικά με το σωστό ball movement και τον ρυθμό ( “strange highs and strange lows” ), οπότε δε θέλω να πλατειάζω για πράγματα που ίσως έχω αναφέρει ξανά.

Α, κάτι τελευταίο: Το Baskonia-Ολυμπιακός ήταν τρομερό παιχνίδι από κάθε άποψη, ίσως το πιο “πυκνό” παιχνίδι της ομάδας που θυμάμαι την τελευταία 5ετία. Σε είχε γεμίσει πριν καν τελειώσει, λίγο πριν τη λήξη ένιωσα πως η νίκη θα ήταν απλά ένα συν για τη συνέχεια, ένα κερασάκι στην τούρτα σε σχέση με το τι αγώνα παρακολουθούσα. Αυτό κατ’εμέ είναι αθλητισμός. Κι αυτό θα έπρεπε να διαχωρίζει όσους αγαπούν πρώτα το άθλημα με εκείνους που η μόνη τους ιδιότητα είναι “οπαδοί της νίκης”. Οι οποίοι οπαδοί της νίκης (όχι της Μπάκουλη), εφόσον κρίνουν τα πάντα από το ποιος κερδίζει και ποιος χάνει, τσάμπα χάνουν τον καιρό τους παρακολουθώντας τα παιχνίδια. Θα μπορούσαν μόνο να κοιτάζουν το scoreboard στο τέλος κάθε αγώνα. 😉