Board Room 5: Κεφάλαιο, Γήπεδα και η Νέα Τάξη στο Παγκόσμιο Μπάσκετ

Red Emerald

Χαλαρή εβδομάδα αυτή που πέρασε στο Board Room χωρίς πολλές επαφές με τους φίλους μας ανά τας Ευρώπας και στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού. Ήταν μια ευκαιρία για να διαβάσουμε λίγο περισσότερο και να εμβαθύνουμε σε κάποια ζητήματα που αξίζουν τον κόπο και τον χρόνο μας. (Θα επανέλθω σε αυτό σε μελλοντικά κείμενα) Κατά τα άλλα την ειδησιογραφία επισκίασε η ακύρωση του αγώνα του Θρύλου με την Φενέρμπαχτσε – λόγω κακοκαιρίας θεωρητικά – αλλά πρακτικά λόγω εγκατάλειψης του ΣΕΦ εδώ και δεκαετίες από το δημόσιο. Το ποιος φταίει είναι ξεκάθαρο αλλά στην Ελλάδα όλα περνάνε μέσα από πολιτικά και οπαδικά φίλτρα πριν καταλήξουν σε φαντασιώσεις και αφηγήματα. Δεν θα ασχοληθώ όμως με αυτό, ο καθένας ας το ερμηνεύσει όπως καταλαβαίνει. Στο σημερινό κείμενο θα ήθελα όμως να προσπαθήσω να ρίξω λίγο φως στην σημασία του γηπέδου για την ανάπτυξη μιας ομάδας αλλά και να εξηγήσω πως λειτουργεί ο προηγμένος επιχειρηματικά μπασκετικός κόσμος.

Παραφράζοντας την Καινή Διαθήκη «Εν αρχή όλων είναι το χρήμα» και εξηγούμαι. Από τις αρχές του 2010 έγιναν σταδιακά ενέργειες και επενδυτικά σχήματα που στήριξαν εμμέσως ομάδες του ΝΒΑ. Με αποκορύφωμα το 2021 που ο Adam Silver επέτρεψε σε Private Equity Funds να αγοράσουν μειοψηφικά μερίδια σε ομάδες του κορυφαίου πρωταθλήματος στον πλανήτη. Πάμε να δούμε πως συνδέονται όλα αυτά με εμάς, την Euroleague και τον ανταγωνισμό.

Η είσοδος θεσμικών επενδυτών στο επαγγελματικό μπάσκετ δεν αποτελεί απλώς μια τάση χρηματοδότησης των τελευταίων ετών στο ΝΒΑ, αλλά μια δομική αλλαγή στο μοντέλο ιδιοκτησίας του αθλήματος. Τι εννούμε όμως τον όρο θεσμικού επενδυτη;

Traditional Funds (PE & SWF): Λειτουργούν ως πάροχοι ρευστότητας. Καθώς οι σημερινές αποτιμήσεις των ομάδων του NBA ξεπερνούν τα $3-4 δισ., και οι ιδιώτες αγοραστές (“high-net-worth individuals” όπως τους λέμε στον Ψηλορείτη) σπανίζουν. Τα funds έρχονται να καλύψουν αυτό το κενό αγοράζοντας μειοψηφικά πακέτα, επιτρέποντας έτσι στους ιδιοκτήτες να “ξεκλειδώσουν” κεφάλαια χωρίς να χάσουν τον έλεγχο των ομάδων τους.

Venture Capital (VC): Λειτουργούν κυρίως ως επιταχυντές καινοτομίας. Επενδύουν στο οικοσύστημα γύρω από το άθλημα (SportsTech, Media, Fan Engagement) και όχι απαραίτητα στις ίδιες τις ομάδες ως περιουσιακά στοιχεία.

Δια μέσω αυτής της εισροής χρήματος το ΝΒΑ επένδυσε στην δημιουργία μεγάλων γηπέδων που με την σειρά τους έφεραν πίσω σημαντικά έσοδα – γιγαντώθηκε και πλέον επηρεάζει και την παγκόσμια οικονομία του μπάσκετ: Το μοντέλο του NBA ωρίμασε έγινε λιγότερο ψιλομύτικο αναγνώρισε την ύπαρξη ταλέντου και εκτός US και δεδομένου του ενδιαφέροντος που προκαλεί εξάγεται. Είτε με streaming αγώνων και merchandising είτε με ιδέες σαν το ΝΒΑ Europe, είτε επηρεάζοντας ήδη υπάρχοντες οργανισμούς όπως η EuroLeague. (Για όσους παρακολουθούν η EL βρίσκεται σε προχωρημένες συζητήσεις με Private Equity (BC Partners). Ενώ και άλλες σημαντικές λίγκες όπως η NBL (Αυστραλία) και το WNBA αρχίζουν προσελκύουν πλέον θεσμικά κεφάλαια.

 

Η Νέα Εποχή Ιδιοκτησίας στο NBA

Το NBA άνοιξε επίσημα την πόρτα στα θεσμικά κεφάλαια το 2021, αλλάζοντας το καταστατικό του (Bylaws) για να επιτρέψει σε επενδυτικά ταμεία να κατέχουν μερίδια σε ομάδες μέσα σε ένα εγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο.

 

Το Θεσμικό Πλαίσιο

Όριο Συμμετοχής: Ένα fund μπορεί να κατέχει έως και το 20% μιας ομάδας.

Διασπορά: Ένα fund μπορεί να έχει μερίδια σε έως 5 διαφορετικές ομάδες.

Συνολικό Πλαφόν: Μια ομάδα δεν μπορεί να πουλήσει πάνω από το 30% των μετοχών της συνολικά σε θεσμικούς επενδυτές.

Δικαιώματα: Οι επενδύσεις είναι παθητικές (passive stakes). Τα funds δεν έχουν λόγο στη διοίκηση (management) ή στις αγωνιστικές αποφάσεις (trades, drafts).

 

Ποιοι είναι οι κυριότεροι παίκτες

Arctos Sports Partners: Εξειδικευμένο fund αποκλειστικά για μειοψηφικά πακέτα σε αθλητικά franchises. Golden State Warriors, Sacramento Kings, Utah Jazz, Philadelphia 76ers.

Blue Owl: Το πρώτο fund που πήρε “προέγκριση” από το NBA. Στοχεύει σε σταθερές αποδόσεις. Atlanta Hawks, Sacramento Kings, Phoenix Suns.

Sixth Street: Επενδύει με πιο ενεργό ρόλο σε λειτουργικά θέματα και Real Estate γύρω από τις ομάδες. San Antonio Spurs (20% stake).

Ενώ πλέον και αρκετές επενδυτικές τράπεζες αρχίζουν να ενδιαφέρονται για την αγορά αυτή.

 

Η Είσοδος των Κρατικών Ταμείων (Sovereign Wealth Funds – SWF)

Σε μια ιστορική κίνηση, το NBA επέτρεψε πρόσφατα την είσοδο SWFs. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η επένδυση της Qatar Investment Authority (QIA) στην Monumental Sports & Entertainment, την μητρική εταιρεία των Washington Wizards. Αυτό σηματοδοτεί την πρώτη άμεση επένδυση κρατικού ταμείου σε αμερικανικό major sport, προσφέροντας γεωπολιτική επιρροή στο Κατάρ και ρευστότητα στην ομάδα.

 

Venture Capital: Επενδύοντας στην Τεχνολογία και το Μέλλον

Τα Venture Capital (VC) funds δεν επενδύουν άμεσα σε αθλητικές ομάδες όπως τα Private Equity, αλλά επικεντρώνονται σε τεχνολογικές λύσεις που επηρεάζουν το μπάσκετ και τον αθλητισμό γενικότερα. Μέσω της χρηματοδότησης startup που αναπτύσσουν λογισμικό για ανάλυση δεδομένων, ψηφιακές πλατφόρμες προβολής, fan engagement εργαλεία ή συστήματα παρακολούθησης απόδοσης, τα VC στηρίζουν την καινοτομία που διαμορφώνει το μέλλον του παιχνιδιού. Έτσι, επενδύουν εμμέσως στο άθλημα, δημιουργώντας αξία μέσω της τεχνολογικής υποδομής που ενισχύει την εμπειρία ομάδων, φιλάθλων και διοργανώσεων. Πολλά από τα σύγχρονα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για ανάλυση αλλά και παραγωγή μπασκετικού περιεχομένου δεν θα υπήρχαν σήμερα χωρίς αυτές τις επενδύσεις.

 

NBA Equity: Η Λίγκα ως VC

Το NBA αντιλαμβανόμενο την αξία όλων αυτών των εφαρμογών αλλά και της τεχνολογίας – δημιούργησε τον δικό του επενδυτικό βραχίονα, το NBA Equity, το οποίο διαχειρίζεται ένα χαρτοφυλάκιο αξίας σχεδόν $1 δισ. Η στρατηγική είναι: “Αν χρησιμοποιούμε το προϊόν σας, θέλουμε και μετοχές”.

Επενδύσεις: Sportradar (data), Sorare (NFTs/fantasy), Nextiles (smart fabrics), New Era (ένδυση).

 

Ομάδες με δικά τους VC Arms

Ενώ και πολλές ομάδες έχουν δημιουργήσει εσωτερικά δικά τους VC funds για να επενδύουν σε startups που μπορούν να δοκιμάσουν πιλοτικά στα γήπεδά τους π.χ.

Hawks Ventures (Atlanta Hawks): Εστιάζει σε startups που βελτιώνουν την εμπειρία των φιλάθλων και την απόδοση των αθλητών.

Courtside VC: Συνδέεται με τους ιδιοκτήτες των Cleveland Cavaliers, επενδύοντας σε media και tech.

Στρατηγική: Οι ομάδες προσφέρουν στις startups πρόσβαση σε παίκτες και γήπεδα ως “πεδία δοκιμών” με αντάλλαγμα μετοχές. Όταν κάποια από αυτές τις τεχνολογίες τις ενδιαφέρει είτε εξαγοράζουν την εταιρεία είτε έχουν έξτρα έσοδα από την συμμετοχή τους σε αυτές.

 

Η Περίπτωση των “Unrivaled” & WNBA

Το WNBA και η νέα λίγκα “Unrivaled” (μια νέα επαγγελματική λίγκα γυναικείου μπάσκετ στις ΗΠΑ, που ξεκίνησε το 2025, με βασικό χαρακτηριστικό ότι παίζεται σε μορφή 3-on-3 και ιδρύθηκε από τις ίδιες τις αθλήτριες) προσελκύουν πλέον αμιγώς VC κεφάλαια (π.χ. από την Bessemer Venture Partners). Εδώ το VC βλέπει το γυναικείο μπάσκετ ως ένα “υποτιμημένο περιουσιακό στοιχείο” με τεράστια περιθώρια ανάπτυξης.

 

Η Ευρώπη παραδοσιακά δεν ακολουθεί το μοντέλο του NBA λόγω κουλτούρας και ιδιαίτερης σύνδεσης των ομάδων με το κοινό τους με ένα τρόπο που πολλές φορές λειτουργεί παρεμποδιστικά στις επενδύσεις. Ενώ η έλλειψη στελεχών που θα τρέξουν τέτοιες εναλλακτικές προτάσεις είναι εκκωφαντική. Βέβαια το παράδειγμα της Paris BC που απασχολεί την τελευταία διετία αγωνιστικά και λόγω τρόπου παιχνιδιού έχει από πίσω έναν πολύ έμπειρο GM και χρόνια τεχνογνωσίας από την απέναντι πλευρά – αλλά ουδείς ασχολείται για την ώρα. Την ίδια στιγμή και λόγω της πρόσφατης φημολογίας περί ΝΒΑ Europe ο GM της διοργανώτριας αρχής κύριος Montejunas μας είπε ότι η Euroleague χτίζει business γύρω από το μπάσκετ ενώ το ΝΒΑ στήνει μπάσκετ γύρω από τις Business (σοβαρά τώρα;). Στην πράξη όμως η είσοδος των Dubai BC και Hapoel Tel Aviv αλλά και η ανάθεση στο Abu Dhabi του F4 της περιόδου (2024-25)  άλλα δείχνουν…

 

Euroleague & BC Partners

Μπορστά στις κάμερες μας λέει αυτά ο Κος Montejunas και από πίσω η Euroleague βρίσκεται σε κομβικό σημείο μετασχηματισμού. Η ιδιωτική εταιρεία επενδύσεων BC Partners βρίσκεται σε αποκλειστικές διαπραγματεύσεις για την εξαγορά μειοψηφικού πακέτου (περίπου 30%) της EuroLeague Commercial Assets. Άρα αναζητά επενδυτή για placement – όπως ακριβώς έκανε το ΝΒΑ.

Ο Στόχος: Η BC Partners στοχεύει να αυξήσει την εμπορική αξία της λίγκας, βελτιώνοντας τα τηλεοπτικά δικαιώματα και το marketing, προσπαθώντας να γεφυρώσει το τεράστιο χάσμα εσόδων μεταξύ NBA και Ευρώπης. Και οι ιδιοκτήτριες ομάδες του συνεταιρισμού της Euroleague αναζητούν μια ένεση ρευστότητας. Φτάνει όμως αυτό για να συνεχίσουν να αναπτύσσονται οργανικά;

Ο Ανταγωνισμός: Για το συγκεκριμένο deal ενδιαφέρθηκαν στο παρελθόν έντονα και σαουδαραβικά σχήματα (SURJ Sports Investment), δείχνοντας έμπρακτα το ενδιαφέρον των Αραβικών κεφαλαίων για το ευρωπαϊκό μπάσκετ ως προϊόν. Το ερώτημα είναι γιατί το καλύτερο πρωτάθλημα εκτός ΝΒΑ δεν έχει και άλλους ενδιαφερόμενους για να επενδύσουν πάνω του; Μήπως γιατί το Return On Investment είναι ανύπαρκτο; (λέω εγώ τώρα…) Θα ήταν καλό για τους ιδιοκτήτες να επεξεργαστούν τους λόγους που συμβαίνει αυτό προτού συνεχίσουν να ειρωνεύονται/κατηγορούν το μοντέλο του ΝΒΑ..

 

Τι γίνεται σε άλλες Λίγκες (NBL & NBA Africa)

Αυστραλία (NBL): Η αναγέννηση της NBL βασίστηκε κυρίως στην επένδυση του Larry Kestelman, ο οποίος το 2015 απέκτησε τον πλειοψηφικό έλεγχο της λίγκας και λειτούργησε ταυτόχρονα ως στρατηγικός επενδυτής και de facto commissioner, εισάγοντας νέο governance, αυστηρό salary cap και εμπορικό επανασχεδιασμό του προϊόντος. Γύρω από αυτόν συγκεντρώθηκαν ιδιοκτήτες ομάδων με ισχυρό επιχειρηματικό και NBA DNA, όπως ο Andrew Bogut (Sydney Kings), προσδίδοντας διεθνή αξιοπιστία και τεχνογνωσία. Το κρίσιμο στοιχείο ήταν ότι τα κεφάλαια κατευθύνθηκαν πρώτα στη δομή, τη βιωσιμότητα και το brand της λίγκας και όχι σε βραχυπρόθεσμο star spending, δημιουργώντας ένα σταθερό και εξαγώγιμο μοντέλο ανάπτυξης.

Η NBL επανέχτισε αξιοπιστία και βιωσιμότητα. Επένδυσε επιθετικά στο fan experience (γεμάτες, θορυβώδεις αρένες, οικογενειακή τιμολόγηση, ισχυρό storytelling), αξιοποίησε στρατηγικά την εγγύτητα με το NBA μέσω του Next Stars program (μετατρέποντας το πρωτάθλημα σε αναπτυξιακό κόμβο παγκόσμιου ταλέντου) και προσέλκυσε παίκτες-ονόματα χωρίς να τινάξει τους προϋπολογισμούς στον αέρα. Παράλληλα, συνέδεσε οργανικά τη λίγκα με την επιτυχία της εθνικής Αυστραλίας (Boomers), διατήρησε οικονομική πειθαρχία και χτύπησε την αγορά των media με σύγχρονη, εξωστρεφή ταυτότητα. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς αγωνιστική άνοδος, αλλά η μετατροπή της NBL σε βιώσιμο export league, που λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ FIBA και NBA και αποδεικνύει ότι η ισχύς μιας λίγκας χτίζεται πρώτα στη διοίκηση, στο προϊόν και στο οικοσύστημα – και μετά στο παρκέ.

NBA Africa: Το NBA Africa ιδρύθηκε το 2021 ως ξεχωριστή εταιρική οντότητα με anchor investor το ίδιο το NBA, πλαισιωμένο από ένα μίγμα στρατηγικών, θεσμικών και private investors. Κομβικό ρόλο είχαν αφρικανικοί όμιλοι όπως η Helios Fairfax Partners (μέσω του Tope Lawani), που πρόσφεραν τοπική γνώση και πρόσβαση σε κεφάλαια, καθώς και παγκόσμιοι επενδυτές με έμφαση στην ανάπτυξη αγορών και media, όπως πρώην στελέχη private equity και impact investors. Παράλληλα, υπήρξε θεσμική στήριξη μέσω συνεργασίας με τη FIBA και εμπλοκή κρατών/πόλεων για υποδομές και events, καθιστώντας το NBA Africa όχι απλώς αθλητική επένδυση, αλλά μακροπρόθεσμο project οικοδόμησης αγοράς, όπου το NBA λειτουργεί ως εγγυητής brand, governance και εμπορικής αξιοπιστίας.

Η δημιουργία του NBA Africa και της Basketball Africa League (BAL) δεν στηρίχθηκε στην άμεση αγωνιστική ωρίμανση, αλλά σε μια μακροπρόθεσμη στρατηγική οικοδόμησης οικοσυστήματος από το ίδιο το NBA: με θεσμική συνεργασία με τη FIBA, κεντρική διοίκηση τύπου franchise league, ισχυρή εμπλοκή κρατών, πόλεων και pan-African χορηγών, και χρηματοδότηση που εξασφάλισε σταθερότητα από την πρώτη μέρα, η BAL σχεδιάστηκε ως αναπτυξιακή και εμπορική πλατφόρμα, όχι ως παραδοσιακό εθνικό πρωτάθλημα. Το NBA επένδυσε συστηματικά σε υποδομές, ακαδημίες και grassroots προγράμματα, δημιούργησε σαφή pathway ταλέντου προς το NBA και τις μεγάλες λίγκες, και ταυτόχρονα πακέταρε το προϊόν με υψηλής ποιότητας media production, branding και storytelling, μετατρέποντας τη λίγκα σε εργαλείο soft power και market expansion σε μια ήπειρο με τεράστιο δημογραφικό δυναμικό. Έτσι, το NBA Africa δεν επιδιώκει να «ανταγωνιστεί» τις ώριμες λίγκες, αλλά να θεμελιώσει έναν νέο γεωγραφικό πυλώνα του παγκόσμιου μπάσκετ, όπου η ανάπτυξη προηγείται του θεάματος και η στρατηγική προηγείται του αποτελέσματος.

Ιαπωνία: Η ανάπτυξη της B.League στην Ιαπωνία δεν στηρίχθηκε σε έναν μεμονωμένο «σωτήρα», αλλά σε ένα συλλογικό μοντέλο επένδυσης με κορμό μεγάλους ιαπωνικούς επιχειρηματικούς ομίλους, τοπικές κυβερνήσεις και χορηγούς, υπό ισχυρή κεντρική διοίκηση. Πολλές ομάδες ανήκουν ή υποστηρίζονται από εταιρείες όπως Toyota, SoftBank, Mitsubishi, Rakuten και άλλους βιομηχανικούς ή τεχνολογικούς κολοσσούς, οι οποίοι είδαν τη λίγκα ως εργαλείο branding, τοπικής παρουσίας και ανθρώπινου κεφαλαίου και όχι ως όχημα άμεσης κερδοφορίας. Σε συνδυασμό με επενδύσεις δήμων σε σύγχρονες αρένες και υποδομές, το μοντέλο αυτό επέτρεψε στη B.League να αναπτυχθεί με οικονομική πειθαρχία, σταθερό governance και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, χωρίς εξάρτηση από υπερχρεωμένους ιδιοκτήτες ή κρατικοδίαιτες ενέσεις.

Η άνοδος της B.League σε κορυφαίο πρωτάθλημα δεν ήταν προϊόν αγωνιστικής τύχης αλλά αποτέλεσμα ενός θεσμικού και επιχειρηματικού restart: μετά τον κίνδυνο αποκλεισμού από τη FIBA, η Ιαπωνία ενοποίησε τις διασπασμένες λίγκες της το 2016, δημιούργησε κεντρική διοίκηση με αυστηρά licensing κριτήρια και αντιμετώπισε το μπάσκετ ως entertainment προϊόν και όχι απλώς ως άθλημα, επενδύοντας σε fan experience, τοπική ταυτότητα συλλόγων, σύγχρονα γήπεδα και ψηφιακή παρουσία. Παράλληλα, άνοιξε ελεγχόμενα στους ξένους παίκτες χωρίς να πνίξει το εγχώριο ταλέντο, ενίσχυσε τη σύνδεση με την εθνική ομάδα (που λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής προβολής) και επέβαλε οικονομική πειθαρχία αντί για το ευρωπαϊκό μοντέλο χρεών και ιδιοκτητών-σωτήρων. Έτσι, η B.League δεν προσπάθησε να αντιγράψει την EuroLeague ή το NBA, αλλά να δημιουργήσει ένα βιώσιμο, τοπικά ριζωμένο και εμπορικά συνεπές οικοσύστημα, αποδεικνύοντας ότι μια λίγκα γίνεται κορυφαία όχι από τα αστέρια της, αλλά από το governance, τη σχέση με το κοινό και τη μακροπρόθεσμη στρατηγική της.

 

Που καταλήγουμε

Τα Traditional Funds (PE/SWF) είναι πλέον οι απαραίτητοι “τραπεζίτες” του μπάσκετ, παρέχοντας τα τεράστια κεφάλαια που απαιτούνται για τη συντήρηση των υπερ-αξιών των ομάδων. Αντίθετα, τα Venture Capital Funds λειτουργούν ως το τμήμα R&D (Έρευνας & Ανάπτυξης) του αθλήματος, χρηματοδοτώντας την τεχνολογία που θα καθορίσει το πώς θα καταναλώνουμε το μπάσκετ την επόμενη δεκαετία.

 

Είναι τα Γήπεδα Απαραίτητη Προϋπόθεση για τα Funds;

Εδώ βρίσκεται και το “κλειδί” της υπόθεσης. Η απάντηση είναι ΝΑΙ, αλλά με έναν συγκεκριμένο χρηματοοικονομικό τρόπο.

Γιατί τα Private Equity (PE) και τα Sovereign Wealth Funds (SWF) θεωρούν τα γήπεδα απαραίτητα:

Asset-Backed Security (Εγγύηση Περιουσιακών Στοιχείων): Στην Ευρώπη, οι περισσότερες ομάδες μπάσκετ είναι ζημιογόνες (“money pits”). Ένα PE Fund δεν μπορεί να δικαιολογήσει στους επενδυτές του την αγορά μιας εταιρείας που χάνει λεφτά κάθε χρόνο.

Η Οικονομική προοπτική του Γηπέδου: Αν η ομάδα έχει δικό της γήπεδο (ιδιόκτητο ή μακροχρόνια παραχώρηση τύπου ΟΑΚΑ/ΣΕΦ), μετατρέπεται από “αθλητικό σωματείο” σε εταιρεία Real Estate & Entertainment. Το Fund δεν επενδύει μόνο στο μπάσκετ, αλλά στα έσοδα από συναυλίες, συνέδρια, εμπορικούς χώρους και naming rights του γηπέδου. Αυτό παρέχει μια “εγγύηση” (floor) στην επένδυση, ακόμα κι αν η ομάδα δεν πάει καλά αγωνιστικά.

Το παράδειγμα “Oak View Group” (OVG) & London Lions: Το παράδειγμα των London Lions είναι ο οδηγός. Η ομάδα αγοράστηκε από την Tesonet (tech company), αλλά το μεγάλο σχέδιο είναι η κατασκευή γηπέδου 15.000 θέσεων στο Λονδίνο. Χωρίς γήπεδο, οι London Lions είναι μια παράτολμη επένδυση. Με νέο γήπεδο όμως, γίνονται ο Νο1 στόχος για ένταξη στο NBA Europe, καθώς προσφέρουν έτοιμη υποδομή σε μια τεράστια αγορά. Και ας μην είναι το μπάσκετ στις άμεσες επιθυμίες του μέσου Άγγλου, γιατί τα μεγάλα θεάματα και οι λοιπές δραστηριότητες σε κλειστούς χώρους είναι περιζήτητα και πολύ προσοδοφόρα στο Λονδίνο.

Η Στροφή των Ελληνικών Ομάδων: Δεν είναι τυχαίο ότι ο Παναθηναϊκός (ΟΑΚΑ) και ο Ολυμπιακός (ΣΕΦ) κινήθηκαν στρατηγικά για την απόκτηση των γηπέδων τους για 49 χρόνια.
Αυτή η κίνηση τους καθιστά άμεσα “investable” (επενδύσιμους). Ένα ξένο Fund μπορεί πλέον να αγοράσει μειοψηφικό πακέτο στον Παναθηναϊκό, (ίσως και να το έχει κάνει ήδη) γνωρίζοντας ότι αγοράζει μερίδιο και στην εμπορική εκμετάλλευση του “Telekom Center Athens” (συναυλίες, parking, retail), και  εξασφαλίζοντας έτσι ροές εσόδων ανεξάρτητες από το αγωνιστικό αποτέλεσμα.

Συνοψίζοντας, τα γήπεδα δεν είναι απλώς προαπαιτούμενο ανάπτυξης – είναι ο πυλώνας πάνω στον οποίο μπορεί να πατήσει το θεσμικό κεφάλαιο. Για τα Private Equity και τα Sovereign Wealth Funds, το μπάσκετ από μόνο του παραμένει ένα ασταθές και συχνά ζημιογόνο προϊόν· το γήπεδο όμως το μετατρέπει σε asset-backed επένδυση, με προβλέψιμες ταμειακές ροές, εμπορική αξιοποίηση 300+ ημερών τον χρόνο και πραγματική αποτίμηση. Όπου υπάρχει έλεγχος ή μακροχρόνια παραχώρηση σε arena, η ομάδα παύει να είναι “money pit” και γίνεται Real Estate & Entertainment platform. Γι’ αυτό και σε όλες τις σύγχρονες περιπτώσεις ανάπτυξης – από την NBL και το NBA Africa μέχρι την Ιαπωνία, το Λονδίνο και πλέον την Ελλάδα – το γήπεδο προηγείται της αγωνιστικής φιλοδοξίας. Χωρίς ιδιόκτητα γήπεδα δεν υπάρχουν funds aka κεφάλαια που διασφαλίζουν σταθερά – υψηλά budget και ποιότητα – με αυτα το μπάσκετ αποκτά πρόσβαση σε κεφάλαια, σταθερότητα και στρατηγικό μέλλον.

Και κάπως έτσι χτίζονται οι αυτοκρατορίες με στρατηγική και κυνισμό και όχι με δημόσιες τοποθετήσεις και επικοινωνιακά αφηγήματα όποιος κατάλαβε – κατάλαβε.

Next Post

Μον(τ)έ

Αρχικά μετά από μήνες πιάνω τον εαυτό μου να γράφει κείμενο για […]

Άλλα κείμενα

Subscribe US Now