Σαραγόσα, το δεύτερο αίμα

terrencenesquik

Δεύτερος σερί τελικός για τον Ολυμπιακό, μετά τη δεύτερη κατά σειρά νικηφόρα επικράτηση στον εμφύλιο ημιτελικό.

Και αν ένα χρόνο πριν η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μας είχε χρίσει (μάλλον λανθασμένα) από νωρίς φαβορί απέναντι στην Badalona, η ιστορία ήταν λίγο διαφορετική στη Σαραγόσα με τη Real. Η αντίπαλός μας έπαιζε ουσιαστικά ως γηπεδούχος, σ’ ένα γήπεδο που απείχε μόλις 274 χιλιόμετρα από το δικό της.

Ο Ολυμπιακός του Γιάννη Ιωαννίδη με τους Μπακατσιά, Σιγάλα, Σταμάτη, Καμπούρη, Eddie Johnson, Nakic, Φασούλα, Tomic, Tarlac, Volkov.

Και η Real με τον Obradovic στον πάγκο, σε δεύτερο συνεχόμενο τελικό για τον ίδιο μετά την Badalona ένα χρόνο πριν, αλλά και 3ο σε 4 χρόνια μετά την πρώτη του κούπα το 1992 με την Partizan να έχει στη διάθεσή του τους Lasa, Santos Rodriguez, Garcia Coll, Biriukov, Arlauckas, Antunez, Sabonis, Ferrer, Cargol, Martin.

62C8F4FC-A100-11EA-B349-0AE07225FBD7

Από την αρχή του παιχνιδιού ο Obradovic oυσιαστικά έπαιζε κάτι πολύ συγκεκριμένο επιθετικά, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί τους δύο ψηλούς του, Sabonis και Arlauckas, οι οποίοι καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς έπαιρναν το 54% των συνολικών προσπαθειών της Real και έβαζαν το 55% των πόντων της. Οι Garcia και Antunez κατέβαζαν τη μπάλα, η οποία πήγαινε στο πλάι (συνήθως για τον Garcia) με τον Antunez (αν και κοντός) να πηγαίνει προς τη ρακέτα για να κάνει screen στον έναν από τους δύο ψηλούς. Με τον τρόπο αυτό ο Obradovic έψαχνε τη γρήγορη εκτέλεση, αν ο ψηλός του έβρισκε χώρο στο post αμέσως μετά το screen, κάτι που ήταν πιθανό να συμβεί, καθώς η έννοια των αλλαγών στην άμυνα δεν ήταν και τόσο δημοφιλής τότε.

Αν δεν έβρισκε αυτή την εκτέλεση, τότε ο Sabonis ήταν αυτός που έβγαινε στην κορυφή για να πάρει την μπάλα και ουσιαστικά να γίνει ο οργανωτής της επίθεσης, με πρώτη επιλογή και πάλι τα screen χαμηλά, που θα έβγαζαν είτε σε κόψιμο των κοντών είτε σε ένας μ’ έναν του Arlauckas. Αν πάλι δεν υπήρχε επιλογή, ο Sabonis είτε θα εκτελούσε από ψηλά είτε θα έδινε τη μπάλα στο πλάι για να πάει αυτός να ποστάρει και να τελειώσει την επίθεση των Μαδριλένων.

Eδώ κλείνεται ικανοποιητικά από τον Φασούλα προς την τελική γραμμή, ωστόσο η ικανότητα του στην πάσα είναι αυτή που κάνει τον Santos να κόψει και ουσιαστικά η Real να βρει καλάθι σε μια χαμένη φάση.

Σε όλον αυτό το χαμό, με τα συνεχόμενα screen και την πολλή ”κίνηση” στη ρακέτα, ο Ολυμπιακός όπως είπαμε δεν έκανε καμία αλλαγή. Αντίθετα ακολουθούσε σε κάθε πιθανό screen, με την άμυνα βέβαια να είναι όλη προσαρμοσμένη στη ρακέτα. Όχι μόνο λόγω των δύο ”πύργων” της Real αλλά και λόγω του ότι οι ομάδες τότε δεν χρησιμοποιούσαν το τρίποντο στο βαθμό που συμβαίνει σήμερα. Χαρακτηριστικά να αναφέρουμε ότι η Real εκείνη τη σεζόν εκτελούσε συνολικά με 37% σε μόλις 11.5 (4.3/11.5) εκτελεσμένες προσπάθειες (ένα καλό βράδυ του Shved δηλαδή).

Έτσι, όταν η μπάλα περνούσε χαμηλά σε Arlauckas ή Sabonis το double team ήταν δεδομένο, με τους υπόλοιπους να βρίσκονται σχεδόν πλάτη στον προσωπικό τους αμυντικό και να είναι έτοιμοι για την όποια βοήθεια.

Αντίθετα με την προσπάθεια Ζέλικο για τροφοδότηση των ψηλών, εμείς σε πρώτη φάση ψάχναμε το ξεμαρκάρισμα του Eddie, ο οποίος ξεκινούσε από το low post προσπαθώντας να πάρει θέση σε πρώτο χρόνο για πάσα μέσα. Ο Obradovic σε μια προσπάθεια να μην του δώσει χώρο, αλλά κυρίως να μην τον αφήσει να πάρει εύκολα τη μπάλα, είχε δώσει εντολή για overplay. Έτσι, μοιραία, μέχρι η μπάλα να φτάσει σε αυτόν είχε ήδη περάσει τουλάχιστον ο μισός χρόνος της επίθεσης.

Ο Johnson μετά την προσπάθεια για να δεχτεί τη μπάλα στο low post διάλεγε μια μεριά για να βγει από το διπλό screen των Φασούλα-Volkov (ή και Tarlac στη συνέχεια) και να πάρει τη μπάλα στις αγαπημένες του 45 μοίρες. Κάτι που βέβαια δεν ήταν τόσο εύκολο λόγω του overplay του αμυντικού, που συχνά πήγαινε πάνω από το screen δίνοντας έτσι στον Eddie την επιλογή να μείνει πίσω και να πάρει μια πάσα στην ”πλάτη της άμυνας”. Εκεί όμως είχε το λιγότερο πιθανό χώρο (στις δύο γωνίες) και φυσικά το σημείο που θα δεχόταν και τις περισσότερες βοήθειες από τους ψηλούς.

Σε δεύτερη φάση, αν η αξιοποίηση του Johnson δεν απέδιδε καρπούς, η μπάλα γύριζε στην περιφέρεια για να τροφοδοτηθεί τελικά η front-line μας, με κάποιον από τους Φασούλα, Volkov, Tarlac να παίζει ένας μ’έναν, μια επιλογή βέβαια που, αν δε γινόταν με άμεση εκτέλεση, η προσαρμοσμένη άμυνα των Ισπανών, με τους Arlauckas-Sabonis μέσα στη ρακέτα, την έκανε ακόμα πιο δύσκολη.

A5CA699D-7909-47B2-B0D7-B6EAE605C6FF

Μια έξτρα παρατήρηση για την εποχή, είναι η διάταξη των ομάδων επιθετικά. Συχνά παρατηρούμε πλέον τις 4-out διατάξεις, είτε ακόμα και σε ακραίες περιπτώσεις τις 5-Οut, κάτι που τότε φυσικά δεν υπήρχε σαν σκέψη. Οι δύο ψηλοί των ομάδων βρίσκονταν χαμηλά στο low post (πολύ σπάνια στο high-low λόγω Sabonis), κάτι που προσέθετε έξτρα traffic στο ζωγραφιστό με αποτέλεσμα οι προσπάθειες για τελειώμα κοντά στο καλάθι να γίνονται πολύ σπάνια με καλές προϋποθέσεις.

Εδώ βλέπουμε μια σπάνια περίπτωση high-low από τους ψηλούς μας, με τη σημείωση ότι το play δημιουργείται και πάλι για τον Johnson. Ο Tarlac μετά το screen κόβει στην πλάτη του Αμερικάνου, με τον Φασούλα να κάνει την πάσα στο σωστό σημείο και ο Ολυμπιακός να βρίσκει ίσως το δεύτερο πιο εύκολο καλάθι του στο ζωγραφιστό (υπήρχε κι ένας αιφνιδιασμός του Μπακατσιά λίγο αργότερα).

Η παραπάνω συνθήκη με τη διάταξη των ψηλών είναι κάτι που ίσχυε βέβαια και για τις δύο ομάδες, ωστόσο με τους Arlauckas – Sabonis να έχουν τη δυνατότητα να εκτελέσουν και έξω από το ζωγραφιστό, οι επιλογές της Real ήταν, τις περισσότερες φορές, πιο ”ορθολογικές” και δεν έβρισκαν τόσα χέρια μπροστά τους, όσα είχαν να αντιμετωπίσουν οι δικοί μας ψηλοί στα τελειώματά τους.

Επίσης, μετά την πρώτη περιστροφή, αν η μπάλα πήγαινε στον Φασούλα ή στον Tarlac, οι παίχτες που μάρκαραν στην περιφέρεια (τους Tomic-Σιγάλα συνήθως) έκλειναν όλοι μέσα, και σε συνδυασμό με τον αμυντικό του Johnson, o oποίος ήταν σε διαρκή κίνηση παρακολουθώντας τα κοψίματα του Eddie, έκανε την κατάσταση στη ρακέτα να θυμίζει την Κηφισίας σε ώρα αιχμής.

Έτσι, οι καλύτερες επιλογές μας ήταν συνήθως κάποια ενδιάμεσα σουτ των Σιγάλα-Tomic, ή τρίποντα αυτών, όταν όλη η άμυνα είχε το νου της στις κινήσεις της ρακέτας (απ΄όπου ξεκινούσε πάντα ο Eddie το ξεμαρκάρισμα).

Εδώ ο Johnson στην αρχή του ξεμαρκαρίσματος κάνει μια μικρή προσποίηση, αφού ο αμυντικός πηγαίνει πάντα από πάνω, και βλέποντας ότι πάει να πάρει πλεονέκτημα για να βγει μπροστά του πηγαίνει από την άλλη μεριά. Μοιραία ο Santos κολλάει στο screen αυτή τη φορά για να βγει τελικά, μία από τις σπάνιες φορές στο παιχνίδι, εκτέλεση υπό καλές προϋποθέσεις από τον Αμερικάνο.

Όλα αυτά συνετέλεσαν για το 38-28 του ημιχρόνου, με το -10 να είναι μάλλον λογικό αφού ο Ολυμπιακός έβαζε με αίμα τα όποια καλάθια, με τα επιθετικά rebounds (9 αν μέτρησα σωστά) να του δίνουν ανάσες και extra plays.

Με το jumpball του δευτέρου ημιχρόνου, ο Obradovic ξεκίνησε χωρίς τον Sabonis (3 foul) στην πεντάδα και έδωσε αυξημένες αρμοδιότητες επιθετικά στον Αrlauckas. Η μπάλα περνούσε στο πλάι και ο χειριστής πήγαινε κατευθείαν για διαγώνιο screen στον Arlauckas. Αυτός έβγαινε στα 5 μέτρα, με περισσότερο χώρο πλέον (εν τη απουσία  του Sabonis) για να εκτελέσει. Εκεί φάνηκε ότι δεν υπήρχε ξεκάθαρη οδηγία για την άμυνά μας, αφού υπήρχαν φάσεις που ο ψηλός μας έβγαινε δυναμικά πάνω του και ο Arlauckas έψαχνε τα κοψίματα των κοντών και σε άλλες φάσεις του δίναμε χώρο με αποτέλεσμα να βρίσκει εύκολη εκτέλεση.

Εμείς επιθετικά ήταν δεδομένο ότι ψάχναμε το σκορ από τον Eddie, για να ανοίξει όσο γινόταν και η ρακέτα των Ισπανών. Η οδηγία που είχε ο Αμερικανός, μετά την ανάπαυλα του ημιχρόνου, ήταν να προσπαθήσει να πάρει τη μπάλα πιο κεντρικά. Κάπου μεταξύ 45 μοιρών και κορυφής και όχι από τις 45 μέχρι την τελική γραμμή που γινόταν στο πρώτο ημίχρονο. Αυτό έγινε για δύο λόγους. Ο ένας ήταν για να έχει περισσότερο χώρο να εκτελέσει και ο άλλος να μπορέσει να επιτεθεί, και σε δεύτερο χρόνο, παίρνοντας κάποιο screen, αφού στο πρώτο μέρος, αν δεν έβρισκε το σουτ αμέσως, η μπάλα έφευγε από τα χέρια του. Παράλληλα, και με το τρίτο foul του Arlauckas, προσπαθήσαμε να τροφοδοτήσουμε περισσότερο τον Volkov χαμηλά, για να παίξει ένας μ’έναν, όμως σε αυτή την περίπτωση ο Martin (ο έτερος ψηλός) και είτε ο Cargol είτε ο Santos, ανάλογα με το μαρκάρισμα του Νakic, έκλειναν μέσα για double ακόμα και για triple team.

Να πούμε επίσης ότι η αντιμετώπιση των Ισπανών στην άμυνα του Johnson θύμιζε πολλές φορές αυτή που είχαμε συνηθίσει να βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στα μεγάλα παιχνίδια απέναντι στον Σπανούλη. Ο Eddie προσπαθεί να βγει από τα screen για να πάρει τη μπάλα ψηλά και να βρει άμεση εκτέλεση. Ωστόσο, αμέσως μετά θα πήγαινε σε κάποιο screen κι εκεί ουσιαστικά ο ψηλός έβγαινε μπροστά του, με τον αμυντικό δίπλα του, και αμέσως μετά υπήρχε και ο δεύτερος ψηλός από πίσω, σε περίπτωση που περνούσε ο Αμερικανός.

Η βασική διαφορά, σε σχέση με το τώρα, είναι ότι ουσιαστικά δεν υπάρχει 2 vs 2 παιχνίδι, αφού η άμυνα είναι προσαρμοσμένη εκεί, χωρίς ”ντροπές” και κυρίως χωρίς να έχει το φόβο του μακρινού σουτ από την αδύνατη πλευρά. Με τον Ολυμπιακό να βάζει 5 τρίποντα ανά παιχνίδι, εκ των οποίων τα 2.9 προέρχονταν από τον Johnson, καταλαβαίνει κανείς ότι ουσιαστικά ο Obradovic, δίνοντας κάθε πιθανή βοήθεια στον Αμερικάνο, δεν έπαιρνε και κάποιο ιδιαίτερο ρίσκο. Αντίθετα είχε περισσότερη σημασία γι αυτόν το να μη βρει ρυθμό ο Eddie (κάτι που δεν έγινε ποτέ μέσα στο παιχνίδι με τον Johnson να τελειώνει με 3/13 εντός πεδιάς).

F31833C8-BE6B-47D7-977E-8A3102FD1002

Με 4’30” να απομένουν για τη λήξη ο Oλυμπιακός μείωσε στους 7 πόντους με το πρώτο εύστοχο τρίποντο του Johnson, τίποτα παραπάνω όμως. Η Real με την επιστροφή των δυο ψηλών της κάτω από τη ρακέτα έκανε και πάλι την περιοχή ναρκοπέδιο, ενώ παράλληλα με την υπεροχή της στα rebounds στα τελευταία λεπτά δεν άφησε ποτέ  τον Ολυμπιακό να πλησιάσει περισσότερο, ο οποίος προσπάθησε με αρκετές γρήγορες επιθέσεις να μειώσει το σκορ.

Έτσι, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, χάνουμε στον τελικό (πάλι από τον Obradovic) σ’ ένα παιχνίδι που, ας πούμε την αλήθεια, δεν διεκδικήσαμε ποτέ ουσιαστικά. Η παρουσία των ψηλών της Real στο παρκέ μας εγκλώβιζε επιθετικά κι όσο ο Johnson δεν έβρισκε ρυθμό από μακριά, οι 61 πόντοι ενεργητικό έδειχναν ξεκάθαρα το μέγεθος του προβλήματος, για άλλον έναν μεγάλο τελικό.

Next Post

Ο πολεμιστής είναι δυνατός όταν αναγκάζει τον εχθρό να ποστάρει στο Instagram

Subscribe US Now

%d bloggers like this: