Το Game 5 δεν ζητάει ήρωες

Red Emerald

Η σειρά των τελικών (2025-26) της GBL μέχρι τώρα έχει οδηγήσει σε μία από τις κλασικές πλάνες των μεγάλων σειρών. Στην αρχή φαίνεται ότι κάθε παιχνίδι λέει διαφορετική ιστορία. Μετά όμως από 4 παιχνίδια μαζεύονται τα δεδομένα, πέφτει λίγο η σκόνη, βγαίνει από το πλάνο η δραματική μουσική, και τα ευφυολογήματα και καταλαβαίνεις ότι η σειρά λέει το ίδιο πράγμα με διαφορετικό περιτύλιγμα.

Και περνάω αμέσως στην ουσία. Αρκετοί περίμεναν έναν περίπατο των ερυθρόλευκων στους τελικούς, χωρίς να καταλαβαίνω το γιατί. Ποτέ αυτές οι δύο ομάδες, σε ό,τι κατάσταση και αν βρίσκονται, δεν παραδίδονται αμαχητί. Ο Ολυμπιακός δεν βρίσκεται στο 2-2 επειδή δεν ξέρει τι θέλει να παίξει. Βρίσκεται στο 2-2 επειδή άλλοτε το εκτελεί μέχρι τέλους και άλλοτε αφήνει την προσπάθεια στην μέση – μισή. Και στους τελικούς, τα ημίμετρα είναι ανοιχτή πρόσκληση για άσχημα πράγματα… Όχι στον «οχθρό», γιατί εδώ μιλάμε για μπάσκετ και όχι για μάχες εκ του συστάδην. Αλλά στον μεγάλο μας αντίπαλο, τον ΠΟΑ. Που στην προκειμένη έχει αρκετό ταλέντο, κορμιά και κυρίως πληφωμένο εγωισμό και τεράστιο κίνητρο για να απαντήσει και να σώσει κάπως την χρονιά του απέναντι στον πρωταθλητή Eυρώπης.

Η ειδοποιός διαφορά της φετινής σειράς φίλοι και φίλες δεν είναι το game plan των ομάδων ούτε η αποτελεσματικότητα, όσο είναι ο έλεγχος των κατοχών. Και αυτό αναλύεται σε μια σειρά από δράσεις, που εν τέλει καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις νίκες.

– Όχι μόνο ποιος σκοράρει. Αλλά και πως τελειώνει η κάθε φάση χωρίς άλλες συνέπειες.

– Ποιος παίρνει το ριμπάουντ και δεν χαρίζει ευκαιρίες στο transition.

– Ποιος δεν χρειάζεται να παίξει δεύτερη και τρίτη άμυνα στην ίδια κατοχή.

Από κάτι τέτοιες “λεπτομέρειες” γράφεται μέχρι τώρα η ιστορία της σειράς.

Στο Game 1 ο Ολυμπιακός κέρδισε (82-76) χωρίς να έχει καλή βραδιά από το τρίποντο. Το 7/28 θα μπορούσε να τον πνίξει. Δεν τον έπνιξε γιατί κυριάρχησε στη φυσική πλευρά του αγώνα: ριμπάουντ, επαφές, βολές, έξτρα κατοχές. Το 47-23 στα συνολικά ριμπάουντ και το 25/29 από τη γραμμή δεν είναι απλώς νούμερα. Ήταν μια δήλωση κυριαρχίας επί της κατοχής.

Αλλά ακόμα και εκεί, μέσα στα μέλια της νίκης, ο Μπαρτζώκας το είχε δει το πρόβλημα. Μίλησε για βιασύνη, στατικότητα, 16 λάθη και transition πόντους που κράτησαν τον Παναθηναϊκό ζωντανό. Με απλά λόγια: «κερδίσαμε, αλλά μην μπερδεύουμε τη νίκη με την κυριαρχία». Και είχε δίκιο. Το Game 1 ήταν καλό και σημαντικό αποτέλεσμα, αλλά τα καμπανάκια χτύπησαν. Απλώς τότε ακούγονταν αδύναμα και απομακρυσμένα.

Στο Game 2 η προειδοποίηση μετατράπηκε σε κακή ήττα. Το (68-58) δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα κακής επιθετικής βραδιάς. Ήταν ήττα του τρόπου που αγωνίστηκαν οι ερυθρόλευκοι. Ο Ολυμπιακός είχε μόλις 8 πόντους στην τρίτη περίοδο, 16 ασίστ για 14 λάθη και δεν κατάφερε να απαντήσει όταν ο Παναθηναϊκός ανέβασε το physicality και πίεσε τις πρώτες αποφάσεις. Ο Μπαρτζώκας το παρουσίασε χωρίς φίλτρο:

– Παίξαμε μπάσκετ έξω από τις αρχές μας.

– Βιαστικές επιθέσεις.

– Προσωπικό παιχνίδι.

– Δεν είχαμε υπομονή.

Εδώ είναι το πρώτο μεγάλο μάθημα για το Game 5: Το ζητούμενο του Ολυμπιακού δεν πρέπει να είναι να παίξει ούτε πιο «σκληρά» ούτε πιο «γρήγορα». Πρέπει όμως να παίξει πιο συγκεντρωμένα και πιο έξυπνα μέσα σε μια σειρά που από φάση σε φάση οι σκληρές επαφές διαδέχονται τα flopping και τις διαμαρτυρίες. Προφανώς είναι Game 5 και θα έχει πολύ ξύλο – αναμενόμενο. Οι Έλληνες διαιτητές άλλωστε δέχονται επισκέψεις στο σπίτι τους τώρα τελευταία… άρα το πιο πιθανό είναι να αφήσουν τις δύο ομάδες να φαγωθούν σφυρίζοντας τα εντελώς απαραίτητα. Ο Ολυμπιακός έχει και κορμιά και μούσκουλα να αντιπαραθέσει όμως άλλο το physical μπάσκετ υψηλής έντασης και άλλο αυτό που παίζεται στους τελικούς των αιωνίων. Εδώ θέλει πρώτα μυαλό και μετά έπονται όλα τα υπόλοιπα.

Το Game 3 μέχρι τώρα είναι το manual για εμάς. Και ελπίζουμε οι παίκτες μας να το έχουν ήδη αποστηθίσει, όχι σαν σκονάκι, αλλά σαν τρόπο σκέψης. Ο Ολυμπιακός νίκησε (102-92), είχε 23 ασίστ, καλύτερο offensive flow, παραγωγή από Φουρνιέ, Βεζένκοφ, Μιλουτίνοφ και σταθερά καλές απαντήσεις στα runs του Παναθηναϊκού.

Το σημαντικό δεν ήταν οι 102 πόντοι από μόνοι τους. Ήταν ότι οι πόντοι είχαν “Ολυμπιακή λογική”. Η μπάλα γύρισε (γιατί Ολυμπιακός είσαι). Οι αποφάσεις δεν ήταν όλες στην πλάτη ενός παίκτη. Όταν ο Παναθηναϊκός μείωσε, ο Ολυμπιακός δεν πανικοβλήθηκε. Βρήκε Γουόκαπ, βρήκε Φουρνιέ, βρήκε Μιλουτίνοφ. Εκεί η κατοχή έκλεινε με διαφορετική υπογραφή κάθε φορά. Και αυτό είναι πάντα πιο δύσκολο να μαρκαριστεί από το «δώστε την στον καλό και κάντε χώρο». 

Και μετά ήρθε το Game 4. Το πιο χρήσιμο ματς της σειράς, δηλαδή το πιο εκνευριστικό. Το anti-manual για όποιον αντέχει να το κοιτάξει χωρίς συναίσθημα και χωρίς να ψάχνει μία μόνο φάση για να βάλει όλη την ήττα πάνω της.

Ο Ολυμπιακός έχασε (93-86) στη δεύτερη παράταση, σε παιχνίδι 50 λεπτών, με τον Φουρνιέ στους 29 πόντους και το ματς να έχει φτάσει δύο φορές σε σημείο που μπορούσε να το κλειδώσει μαζί με τον τίτλο. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι δεν υπήρξε ηρωισμός. Υπήρξε. Και heroball είχαμε και μεγάλα σουτ στην επίθεση. Το πρόβλημα ήταν ότι ο ηρωισμός έμεινε χωρίς housekeeping. Χαμένες βολές, λάθη, γρήγορα καλάθια εκεί που έπρεπε να μπει μεγαλύτερη πίεση, και κυρίως δεύτερες και τρίτες προσπάθειες του Παναθηναϊκού. Όλα λάθος!

Ο ίδιος ο Μπαρτζώκας δεν κρύφτηκε πίσω από δικαιολογίες αποδέχτηκε την πραγματικότητα. Ο Ολυμπιακός πέρασε μπροστά με +5π, χρειαζόταν δύο καλές αμυντικές φάσεις, αλλά δεν είχε την απαραίτητη συνεννόηση και συγκέντρωση. Έχασε διεκδικούμενες μπάλες στο κέντρο της ρακέτας και έδωσε αυτοπεποίθηση στον Παναθηναϊκό με δεύτερες και τρίτες προσπάθειες. Κοινώς έχασε το μυαλό του και τον έλεγχο των κατοχών. (Ο ΠΟΑ κέρδισε το μάτς κυρίως λόγω των +8 κατοχών που έχτισε φάση φάση στα 50 λεπτά).

Αυτό είναι πιθανότατα και το διακύβευμα του Game 5. Όχι απλώς «να μπουν τα μεγάλα σουτ». Τα μεγάλα σουτ πάντα χρειάζονται. Αλλά πρώτα πρέπει να μπουν τα σωστά, αυτά πρωτίστως που βγαίνουν από καλή ροή και φτιάχνουν ψυχολογία (και αν χαθούν την κλονίζουν). Και στο πίσω μέρος του παρκέ στην άμυνα, να μην χρειαστεί η ομάδα να μαρκάρει δεύτερη προσπάθεια επειδή χάθηκε το πρώτο ριμπάουντ. Όλα αυτά είναι προαπαιτούμενα για να φτάσεις να βάλεις μεγάλα σουτ!

Τα play-type δεδομένα κουμπώνουν απόλυτα πάνω σε αυτό. Ο Ολυμπιακός ήταν πιο υγιής όταν έπαιζε με ροή και κίνηση: (Cuts, Rolls, Transition & Drives) και λιγότερο από τα στατικά catch n shoot . Τα πιο αποδοτικά του play types ήταν αυτά που είχαν κίνηση προς τη ρακέτα και όχι στατική αναμονή στην περίμετρο. Τα Cuts, το PnR με στόχο τον roller, το Transition και τα Drives έδωσαν πολύ καλύτερη αποτελεσματικότητα και σύνολο πόντων από το μεγάλο volume του Catch-and-Shoot που σκοράραμε με μόλις 31%. Ενώ και το Post Up με το κάκιστο 28% παιχνίδι (που η ομάδα έχει θεωρητικά πλεονέκτημα) αλλά και τα σουτ μετά από Screen 21% και το Pick n Pop 24% όλα αυτά – απέδωσαν απογοητευτικά μέχρι τώρα.

Με απλά λόγια: ο Ολυμπιακός δεν χρειάζεται να σταματήσει να σουτάρει από την περίμετρο. Χρειάζεται όμως να μη ζει -τόσο πολύ- από αυτό το σουτ. Και πιο συγκεκριμένα ο Ολυμπιακός έχει σουταρει 120 δίποντα και 120 τρίποντα στα 4 παιχνίδια μέχρι τώρα! Το τρίποντο είναι εργαλείο. Δεν είναι η ταυτότητα αυτής της ομάδας. Θα έλεγα ότι η ταυτότητα της είναι μια κατοχή που αρχίζει με προσεκτική εισαγωγική πάσα, κίνηση motion ή hand off, σωστή απόφαση για το αν θα χτυπήσουμε το miss match η όχι, περνάει από δεύτερο hit ή ακουμπάει ρακέτα, μετακινεί την άμυνα και τελειώνει είτε με καλό σουτ είτε με επιθετικό ριμπάουντ είτε με γρήγορη επιστροφή. Γιατί αυτοί είμαστε!

Και εδώ μπαίνει ο Φουρνιέ. Ο Γάλλος είναι τεράστια πολυτέλεια. Τεράστια. Είναι σε τέτοια κατάσταση που μπορεί να κρατήσει την επίθεση μόνος του για μεγάλα διαστήματα. Αλλά δεν μπορεί, και κυρίως δεν πρέπει, να γίνει ολόκληρο το λειτουργικό σύστημα της ομάδας. Είναι υπερ-επεξεργαστής. Θέλει όμως και μητρική πλακέτα και GPU δίπλα του, όχι να παίζει μόνος του Minesweeper σε Windows 98. Όχι γιατί δεν μπορεί. Αλλά γιατί αυτή η ομάδα δεν έχει μάθει να κερδίζει έτσι. Και όταν ξεχνάει τον εαυτό της, συνήθως το πληρώνει.

Η απουσία σταθερής δεύτερης on-ball απειλής (λόγω της απουσίας Ντόρσει) αλλά και της μέτριας απόδοσης του Τζόζεφ υποχρέωσε τον Φουρνιέ να σηκώσει τεράστιο βάρος. Και καλά αν αυτό το βάρος έρθει μέσα από σωστές πρώτες συνθήκες, είναι όπλο. Αν όμως έρθει επειδή όλοι περιμένουν να τους διασώσει ως On ball Mesiah, είναι ρίσκο. Ο Φουρνιέ πρέπει να αποφασίζει και να εκτελεί όχι να διασώζει. Να έρχεται στο handoff με πλεονέκτημα. Σε PnR με καθαρό spacing. Σε catch-and-shoot μετά από paint touch. Να βρίσκει την άμυνα ήδη μετακινημένη, όχι να πρέπει να τη μετακινήσει μόνος του με over dribbling.

Τα lineup data για τον Ολυμπιακού αναδεινύουν επίσης κάτι σημαντικό. Ο κορμός Μιλουτίνοφ–Βεζένκοφ–Φουρνιέ–Γουόκαπ δίνει αξιοπιστία. Με Γουορντ, το σχήμα πήρε καλύτερη επιθετική ροή. Με Παπανικολάου, περισσότερο έλεγχο και αμυντικό βάρος. Άρα το ερώτημα για το Game 5 δεν είναι δογματικό. Δεν είναι «ποιος πρέπει να παίζει γενικά». Είναι ποιος πέμπτος παίκτης υπηρετεί καλύτερα τη στιγμή. Και για τον θεό τα σχήματα με τα 2 γκάρντ Γουοκαπ & Τζοσεφ δεν αποδίδουν ας μην επιμένουμε τόσο!!

Θες ροή; Θες έλεγχο; Θες κορμί; Θες spacing; Θες ένα λεπτό ανάσας χωρίς να διαλυθεί η κατοχή; Επιλογές υπάρχουν. Το ρόστερ είναι μεγάλο, ακόμα και με τους περιορισμούς και τις ιδιαιτερότητες των ξένων. Πρέπει όμως να αξιοποιηθεί. Με 7-8 παίκτες, ο Ολυμπιακός κινδυνεύει να χάσει το πλεονέκτημα που πλήρωσε πανάκριβα για να έχει στους μεγάλους αγώνες: βάθος, διαφορετικές λύσεις, δυνατότητα να αλλάζει το σχήμα χωρίς να αλλάζει τις αρχές του.

Όμως δεν παίζουμε μόνοι μας. Υπάρχουν και αυτοί… οι άλλοι.. ναι μεν πληγωμένοι και αποτυχημένοι στην Euroleague αλλά με μεγάλο ρόστερ και παίκτες πρώτης γραμμής.

Ο Παναθηναϊκός δεν είναι μόνο «AN ο Ναν θα βάλει τα δύσκολα» ή «Πως ο Λεσόρ θα δείρει λιγότερο μέσα στη ρακέτα». Τα player και lineup στοιχεία των πρώτων τεσσάρων αγώνων δείχνουν κάτι πιο σύνθετο. Ο Παναθηναϊκός έχει έντονο guard-pressure profile: περισσότερες δράσεις PnR handler, αρκετά drives συνήθως πάνω στους ψηλούς μας, drives with shot από Shorts, Nunn, Grant, έξυπνες επιλογές στην close out άμυνα και ISO στα ενδιάμεσα λεπτά από Τολιόπουλο που δεν είναι καθόλου διακοσμητικά.

Στα play types του Παναθηναϊκού, διαπιστώνουμε ότι το κάθετο παιχνίδι (PnR Handler+Drives+Catch n Drive) είναι 31 plays ανά αγώνα ενώ του Ολυμπιακού μόλις 22. Ως συνέπεια τα πράσινα drives μας βάζουν σταθερή πίεση στην πρώτη γραμμή άμυνας, ενώ μετά το Pick συνήθως ένας κοντός τους θα παίξει απέναντι σε Μιλουτινοφ η Βεζενκοφ. Η αποτελεσματική αμυντική αντιμετώπιση αυτού είναι ίσως το make or break του τίτλου. Όμως το βασικό ζήτημα για τον Ολυμπιακό αρχίζει πριν καν οργανωθεί η άμυνα: από το αν η δική του επίθεση τελειώνει σωστά. Καθώς το λάθος στο χειρισμό, κακό σουτ, λάθος πάσα, ή βιαστική απόφαση δεν είναι απλώς χαμένη επίθεση. Είναι πρόσκληση στον Παναθηναϊκό να τρέξει.

Και όπως έχουμε διαπιστώσει ο Παναθηναϊκός δεν χρειάζεται να παίξει «όμορφα» για να πληγώσει. Χρειάζεται ένα καλό drive για να δημιουργήσει ρήγμα η να εκτελέσει, να πάρει πόντους από δεύτερη ευκαιρία και ένα forward σε καλή βραδιά από το και συνήθως από τη αδύναμη πλευρά. Hayes-Davis, Μήτογλου, Hernangomez δεν είναι απλώς spot-up κορμιά. Δίνουν offensive rebounds, pick-n-pop απειλή, cuts, post touches, δεύτερες μπάλες και αμυντική ευελιξία. Αυτό εξηγεί και γιατί το Game 4 πόνεσε τόσο πολύ. Δεν ήταν μόνο τα guards. Ήταν κυρίως ότι τα forwards των πράσινων κράτησαν τις κατοχές ζωντανές.

Τα lineup data του Παναθηναϊκού χαλάνε επίσης το εύκολο αφήγημα. Και αυτό γιατί το βασικό τους σχήμα (Grant, Nunn, Hernangomez, Davis, Lessort) είναι συνολικά αρνητικό με -13 στο +/-. Αντιθέτως δείχνει ότι ο Παναθηναϊκός πήρε μεγάλη βοήθεια από σχήματα αλλαγής ρυθμού. Τα lineups με Τολιόπουλο και Hayes-Davis είχαν πολύ θετικό αποτύπωμα. Τo ίδιο και το δίδυμο Shorts με Τολιόπουλο ενώ θεωρητικά είναι ευάλωτο αμυντικά λειτούργησε επίσης. Τα δε “w/o-Lessort” σχήματα, με περισσότερη κινητικότητα και forward ευελιξία, ήταν άνω του μετρίου αμυντικά και στην επίθεση σκόραραν με post up και Pick n Pop αλλά έπαιρναν τα rebound.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Nun, Davis, Lessort δεν είναι πρόβλημα. Φυσικά και είναι. Σημαίνει όμως ότι ο Ολυμπιακός δεν πρέπει να προετοιμαστεί μόνο για το προφανές. Ο Παναθηναϊκός μπορεί να αλλάξει ροή αγώνα παίρνοντας γρήγορο σκορ από τον Τολιόπουλο, να αλλάξει ταχύτητα με τον Shorts, να ανοίξει το γήπεδο με forward-heavy σχήματα και να πάει σε πιο κινητικά lineups που χαλάνε τη ροή του Ολυμπιακού. Δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν το Game 5 δεν κριθεί από τα μεγάλα ονόματα. Υπάρχει και το ενδεχόμενο να κριθεί και στα «ενδιάμεσα» λεπτά. Εκεί που πολλοί λένε «να περάσει αυτό το σχήμα». Στους τελικούς, συχνά αυτό το σχήμα που δεν το περιμένεις – δεν περνάει απλά. Σε περνάει από πάνω.

Ωραία όλα αυτά ρε Emerald όμως καταλήγουμε κάπου; Tι χρειάζεται ο Ολυμπιακός στο Game 5;

Πρώτον, να ξαναγίνει κυρίαρχος των κατοχών. Αυτό σημαίνει, ελάχιστα λάθη, επιθετικά ριμπάουντ και ιδίως στο αμυντικό ριμπάουντ – προσπάθεια και από τους πέντε παίκτες. Και όχι μόνο block out από 3 για το τυπικό του πράγματος. Θέλει διεκδίκηση, σώμα, επαφή, δεύτερο άλμα, χέρια στη μπάλα σε κάθε φάση. It is all about hustling, αλλά με μυαλό και σωστό timing κύριοι Τζόουνς και Χωλ. Ο Παναθηναϊκός στο Game 4 δεν γύρισε το ματς μόνο με ταλέντο. Το γύρισε επειδή ξαναπήρε κατοχές και έσκασε τον Μιλουτινοφ στο τρέξιμο. Σε Game 5, κάθε δεύτερη μπάλα είναι μικρό δημοψήφισμα χαρακτήρα. Και στο προηγούμενο, ο Ολυμπιακός ψήφισε λίγο ΝΑΙ, λίγο ΟΧΙ και αρκετό «λευκό».

Δεύτερον, να παίξει με υπομονή στο δικό του flow χωρίς να γίνει αργός. Υπάρχει διαφορά. Υπομονή σημαίνει δεύτερο hit, όχι επιμονή στην τρίπλα με μονο μια on ball αξιόλογη λύση στα guard. Σημαίνει σωστή γωνία πάσας, cut όταν ο αμυντικός κοιτάζει μπάλα, roll με timing από τους mobile ψηλούς, έξτρα πάσα στη weak side, επίθεση στο closeout. Αργό μπάσκετ σημαίνει τέσσερις παίκτες κοιτούν έναν να ντριμπλάρει, ακόμα κι αν αυτός είναι ο Εβάν ή ο Τάιλερ αν είναι διαθέσιμος. Το πρώτο σενάριο είναι Ολυμπιακός. Το δεύτερο είναι παγίδα ντυμένη με ερυθρόλευκη φανέλα. Γιατί ο Παναθηναϊκός έχει αρκετά αθλητικά κορμιά και πόδια για να σταθεί απέναντι σε ISO συνθήκες.

Τρίτον, να προστατεύσει τον Φουρνιέ από την υπερβολική χρήση του ίδιου του Φουρνιέ. Όχι να του πάρει την μπάλα. Να του δώσει καλύτερη μπάλα. Να τον φέρει σε καταστάσεις όπου η πρώτη άμυνα έχει ήδη σπάσει. Ο Μιλουτίνοφ με πλάτη μπορεί να γίνει πολύ σημαντικός εδώ. Αν αναγκάσει την άμυνα να στείλει βοήθεια, ανοίγει το inside-out. Αν δεν τη στείλει, θα υπάρχει φθορά κοντά στο καλάθι. (Αρκεί να πάει προς το καλάθι και να μην ψάχνει τι θα κάνει την μπάλα) Και αν η μπάλα γυρίσει σωστά, ο Φουρνιέ δεν θα χρειάζεται να εφεύρει. Θα εκτελεί ή θα αποφασίζει πάνω σε ήδη υπάρχον πλεονέκτημα.

Τέταρτον, να πάρει κάτι σταθερά από τον 2ο ψηλό που θα επιλέξει, χωρίς άγχος και φθορά πανικού. Ο Μιλουτίνοφ είναι κεντρικός για τη δομή, αλλά το Game 4 έδειξε και το όριο της υπερφόρτωσης. Αν ο Τζόουνς ή ο Χωλ δώσουν 8-10 ποιοτικά λεπτά vertical πίεσης, roll, rim protection και ριμπάουντ, δεν θα είναι λεπτομέρεια. Θα είναι κρίσιμο ώστε να μην παίξει ο βασικός άξονας με τη γλώσσα έξω στο τελευταίο τρίλεπτο. Προφανώς αυτό προϋποθέτει συγκέντρωση. Γιατί το αθλητικότητα χωρίς καλό χρονισμό είναι φωτογραφία με γουρλωμένα μάτια μετά από το λάθος.

Πέμπτον, να φθίρει και να κερδίσει το κοντό lineup του Παναθηναϊκού. Όχι μόνο το 1st unit. Η δουλειά δεν θα γίνει δίνοντας μόνο έμφαση στα λεπτά του διδύμου Ναν – Γκράντ. Ο Τολιόπουλος δεν πρέπει να βρει αυτοπεποίθηση από τα pull up. Ο Shorts δεν πρέπει να τρυπάει την πρώτη γραμμή άμυνας χωρίς δεύτερο σώμα μπροστά του. Τα forward-heavy σχήματα δεν πρέπει να μαζεύουν δεύτερες μπάλες σαν να κάνουν απογραφή αποθήκης. Εκεί χρειάζεται παρέμβαση στο rotation από τον coach έγκαιρη βοήθεια και κυρίως ολοκληρωμένη άμυνα.

Έκτον, να μην κυνηγήσει εμμονικά το ελεύθερο / μακρινό σουτ εις βάρος της σωστής φάσης. Δεν πρέπει να είναι αυτό σκοπός πάντοτε να γυρίσει η μπάλα 18” για να ξεκινήσει η επίθεση. Το Game 1 κερδήθηκε με 7/28 τρίποντα. Το Game 3 κερδήθηκε με ροή και 6/23 3π. Το Game 4 χάθηκε παρότι υπήρξαν μεγάλα σουτ. Άρα το ζητούμενο δεν είναι να παίξει ο Ολυμπιακός σαν να κάνει διαγωνισμό shot-making. Το ζητούμενο είναι να παράγει φάσεις εκεί όπου θα έχει το πλεονέκτημα. Το σουτ θα μπει ή δεν θα μπει. Η σωστή φάση όμως έχει και δεύτερη ζωή: επιθετικό ριμπάουντ, γρήγορη επιστροφή στην άμυνα, σωστή ισορροπία, λιγότερο transition για τον αντίπαλο.

Το Game 5 δεν χρειάζεται να γίνει αισθητικά τέλειο αν πρέπει ας γίνει και άσχημο για το play style της ομάδας αρκεί να είναι αποτελεσματικό. Τελικός είναι, όχι audition για διαφήμιση σαμπουάν για μωρά. Ο Ολυμπιακός έχει δείξει μέσα στη σειρά και πώς κερδίζει και πώς χάνει. Όταν έχει έλεγχο στη ρακέτα, ριμπάουντ, υπομονή, σκορ από κάθετο παιχνίδι και όχι μόνο από την αδύναμη πλευρά και απαντήσεις στα runs, είναι η ομάδα που ελέγχει το πλαίσιο. Όταν βιάζεται, στενεύει, χάνει διεκδικούμενες μπάλες και αφήνει τον Παναθηναϊκό να ξαναπαίξει την ίδια επίθεση, τότε το παιχνίδι μπαίνει σε ζώνη ρίσκου. Και εκεί αγχώνεται.

Το πιο απλό είναι και το πιο δύσκολο να εφαρμοστεί: ο Ολυμπιακός δεν χρειάζεται να βρει κάτι καινούργιο για να πάρει το πρωτάθλημα. Χρειάζεται μόνο να θυμηθεί αυτό που ήδη είναι. Ομάδα αρχών. Ομάδα ελέγχου των κατοχών. Ομάδα που σε πονάει στην άμυνα. Ομάδα κυκλοφορίας της μπάλας.

Στο Game 5, ο τίτλος δεν θα κριθεί μόνο στο μεγάλο σουτ. Θα κριθεί κυρίως στη φάση ακριβώς πριν από αυτό. Στο screen που κάποιος έσπασε. Στο cut σε early offense. Στο επιθετικό ριμπάουντ. Στην φθορά μέσα από την στόχευση στα miss match. Στην επιστροφή που έγινε πριν αρχίσει ο αιφνιδιασμός. Εκεί κατακτώνται τα πρωταθλήματα στις μικρές λεπτομέρειες που στους μεγάλους αγώνες έχουν πολλαπλασιαστική επίπτωση στο αποτέλεσμα.

Το Game 5 δεν αναζητεί ήρωες – έχει ανάγκη από μυαλό και συνέπεια.

(Σημείωση: Το κείμενο γράφηκε υπό την παραδοχή ότι ο Tyler Dorsey δεν θα μπορέσει να αγωνιστεί αρκετό χρόνο λόγω τραυματισμού)

Άλλα κείμενα

Subscribe US Now