RS #12 Pre Game @ CSKA Moscow

Weekendman

Το CSKA Ολυμπιακός είναι ίσως και το πιο κλασσικό ζευγάρι της Euroleague τα τελευταία 9 χρόνια, με όλες αυτές τις αναμετρήσεις σε F4 (4 συνολικά), και φυσικά τα ματς σε Top-16 και κανονική περίοδο της διοργάνωσης. Μια παράδοση που ξεκίνησε από την δεκαετία του 90 και αναμένεται να μας χαρίσει κι άλλες συγκινήσεις τα χρόνια που έρχονται, αφού και οι 2 ομάδες έχουν σταθερά συμβόλαια στην κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση.

Κανένας δεν θα φανταζόταν πέρσι στην αρχή της του 2020 ότι τον Νοέμβρη η πιο καυτή ατμόσφαιρα που θα μπορούσε να ζήσει κανείς σε ματς Euroleague είναι αυτή των ρωσικών γηπέδων. Όχι γιατί οι Ρώσοι μεταλλάχθηκαν σε θερμόαιμους οπαδούς, αλλά λόγω της πανδημίας έχουν μείνει οι μόνοι σε όλη την μπασκετική Ευρώπη, που επιτρέπουν κόσμο στα γήπεδα τους. Η ευνοϊκή παράδοση του Ολυμπιακού στα F4 είναι κολακευτική για την ομάδα του Πειραιά, οι τότε επιτυχίες όμως δεν πρέπει να μας παρασύρουν, ούτε οι 2 νίκες εκπλήξεις πέρσι, ενώ ο Ολυμπιακός ήταν πιθανόν και στην χειρότερη κατάσταση από το 2004-05, εξαιρώντας την season της απληρωσιάς το 2018-19. Η CSKA παραμένει σαφώς το μεγάλο φαβορί, υπερέχοντας και ιστορικά. Σίγουρα είναι συμπαθητικά τα 6 τρόπαια του Παναθηναϊκού. Ακόμη περισσότερο συμπαθητικές οι 3 κατακτήσεις Euroleague από τον Ολυμπιακό, οι 7 τελικοί και οι 10 παρουσίες σε Final Four. Αμφότερες όμως οι 2 ελληνικές ομάδες δεν προσεγγίζουν σε τίποτα την CSKA των 8 κερδισμένων τίτλων, με τον πρώτο το 1960-61, αν λάβουμε υπόψη ότι, με εξαίρεση την πορεία του Παναθηναϊκού μέχρι τους 4 το ‘72, όλες οι επιτυχίες των αιωνίων αντιπάλων στην Euroleague πραγματοποιηθήκαν από το 1993-94 και μετέπειτα, ενώ οι Ρώσοι ασφαλώς δεν τρέφονται αποκλειστικά από το παρελθόν. Μιλάμε για την ομάδα που από την season 2002-03, που έδωσε το παρόν στο Final Four της Βαρκελώνης, παίζει κάθε χρόνο στο ραντεβού των τελευταίων 4, εκτός απαυτό του 2010-11 που ο Vujosevic δεν κόλλησε στην ομάδα, είχε ατυχίες, βρισκόταν σε μεταβατική περίοδο και αποκλείστηκε από την πρώτη φάση των ομίλων.

Ο Ολυμπιακός αντιμετώπισε την περασμένη εβδομάδα μια ομάδα, την Baskonia, που επωφελήθηκε πολύ από την διακοπή του κορονοϊού κατακτώντας πρωτάθλημα στην ACB. Δεν μπορούμε να πούμε ότι ισχύει το ίδιο απολύτως για την CSKA του 2019-20. H χρονιά δεν εξελίχθηκε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για τους Μοσχοβίτες, έχασαν νωρίς τον Clyburn, ενώ δεν ήταν πρώτοι στην VTB πριν διακοπεί οριστικά χωρίς ανάδειξη πρωταθλητή. Παράλληλα, εμφάνισαν, την χειρότερη εικόνα CSKA στην Euroleague από το 2003, αν εξαιρέσουμε την season τραγέλαφο του 2011. Με μεταγραφές σαν τον Baker και τον Κουφό, που αν θέλει κάποιος να είναι άτεγκτος άξιζαν να συμπεριληφθούν στην κατηγορία των χρυσών μπασκετικών βατόμουρων, ώστε να αποδώσει το πόσο κακές ήταν. Ο, 50άρης πλέον, Δημήτρης Ιτούδης ενδεχομένως να μπαίνει σταδιακά σε αυτό που ορισμένοι θα αποκαλούσαν midlife crisis. Αν όμως αυτό φαίνεται πολύ δραματικό για τον τρέχοντα τελευταίο πρωταθλητή Ευρώπης μπορεί απλά να αναπολεί τις εποχές των 90s και την ζωή του στην Θεσσαλονίκη. Γιατί όλος αυτός ο πρόλογος; Η αφορμή είναι το χτίσιμο της φετινής ομάδας όπου, μαζί με τις μεταγραφές Shengelia και Milutinov, την επιστροφή Clyburn και την διατήρηση του Mike James στο roster έχει μαζευτεί μεγάλη ποσότητα ατομικού ταλέντου. Οι Clyburn και Shengelia απειλούν με άνεση και με πλάτη και με πρόσωπο, ενώ ο Milutinov είναι εξίσου χρήσιμος σε φάσεις με πλάτη, να τελειώνει pick n’ roll καταστάσεις και να σκοράρει μέσω επιθετικών rebounds, όντας ο δεύτερος καλύτερος στην διοργάνωση φέτος σε μ.ο και πρώτος/40 λεπτά. Φυσικά, ο Mike James θέτει δυνατή υποψηφιότητα για τον πιο ταλαντούχο επιθετικά guard της λίγκας.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να βλέπουμε πολλές εκδηλώσεις επιθέσεων κοντά στο καλάθι, με την ανάλογη δημιουργία, έχοντας μάλιστα τον Γεωργιανό forward δεύτερο πασέρ της ομάδας. Η CSKA βέβαια είναι τελευταία σε μέσο όρο assists/40 λεπτά και ανά αγώνα, έχοντας παίξει και 2 παρατάσεις, θυμίζοντας παλιότερες εποχές, που οι ομάδες δεν βασιζόταν πάνω από όλα στο δημιουργικό παιχνίδι. Το πιο ακόμα εντυπωσιακό είναι ότι ενώ η CSKA διαθέτει μια dream team στις θέσεις 3 έως 5, και καλαθοσφαιριστές κίνδυνο-θάνατο κοντά στο καλάθι, είναι μόλις 15η σε ευστοχία διπόντων και 3η από το τέλος σε προσπάθειες 2 πόντων/παιχνίδι. Αυτό βέβαια το καλύπτει και με το παραπάνω, είτε κερδίζοντας βολές περισσότερο από όλους είτε σουτάροντας με το αρκετά ικανοποιητικό 38.3% από το τρίποντο έχοντας τις δεύτερες περισσότερες προσπάθειες στην Euroleague, με το θεωρητικά μεγαλύτερο τρίποντο όπλο Strelnieks να έχει αγωνιστεί σε 2 μόνο παιχνίδια. Έτσι, ξεπερνώντας τις ενστάσεις των απέξω για την παλαιολιθικότητα του παιχνιδιού της στο κομμάτι της αναζήτησης ατομικού παιχνιδιού, κόντρα στο πνεύμα της εποχής, βρίσκεται ήδη δεύτερη στην βαθμολογία, πίσω από την Barcelona.

Δεν είναι όμως το κομμάτι των assists το μοναδικό άξιο αναφοράς. Η CSKA άλλαξε ξεκάθαρα προσανατολισμό στους ψηλούς, από εκεί που το 2018-19 επέστρεψε στην κορυφή της Ευρώπης με 2 από τους καλύτερους 5 αθλητικούς undersized center, τους Hines και Hunter. Μετά την αποχώρηση του αρχηγού της για την Armani Milano στράφηκε σε διαφορετικού τύπου ψηλούς, χάνοντας σε αμυντική ισχύ στην θέση 5 συνολικά και σε επιμέρους κομμάτια, όπως τα αθλητικά προσόντα και τα γρήγορα πόδια. Στατιστική επιβεβαίωση σε αυτό αποτελεί η 8η χειρότερη άμυνα της Euroleague, με 78.3 πόντους παθητικό/40 λεπτά και έβδομη χειρότερη στο DRtg (112.5). Όπως πάντα όμως δεν υπάρχει μόνο η απαισιόδοξη ανάγνωση των πραγμάτων. Η CSKA με τα λεφτά που ξοδεύει διαθέτει την δυνατότητα να καλύπτει τις ανάγκες της με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Στο αμυντικό κομμάτι οι Ρώσοι εξακολουθούν να έχουν έναν από τους πιο ικανούς αμυντικούς της Euroleague, τον Hackett, στην πίεση της μπάλας, και από τους πιο δυσκολοκατάβλητους στις αλλαγές των screens. Σε αυτό προσφέρει και η γραμμή των forwards, που αρκετοί προσφέρουν στην άμυνα, Kurbanov, Antonov ακόμα και ο Clyburn. Όσο βέβαια προσφέρει και η πολυδιάστατη μορφή των ψηλών της, η όποια έχει μεν έναν center κλασσικό δεινόσαυρο, έναν από τους πολλούς πρώην ερυθρόλευκους (Milutinov) αλλά δεν δεσμεύεται μόνο σε βαριά post σχήματα. O coach Ιτούδης επιλέγει πεντάδες που τραβάνε τους αντιπάλους έξω από το ζωγραφιστό, με Voigtmann ή Shengelia πεντάρι και τον Clyburn σε θέση «4», έχοντας σε τέτοιες περιπτώσεις έναν από τους Kurbanov και Antonov δίπλα στον Αμερικάνο MVP του F4 της Βιτόρια το 2019. Θα αναρωτηθεί κανείς, αρκούν αυτές οι ευέλικτες πεντάδες για να ξεχαστούν οι Hunter και Hines; Λογικά όχι, αλλά δεν παραβλέπουμε ότι σε σχήμα με Kurbanov/Antonov, Clyburn και έναν από τους Hilliard και Hackett η CSKA βολεύεται στην αντιμετώπιση των αντίπαλων περιστροφών και σε switch καταστάσεις. Επίσης η χρησιμοποίηση του Shengelia στο “5” στα περσινά ισπανικά play-off δεν αποτέλεσε μια κίνηση που έκανε την διαφορά αποκλειστικά στο επιθετικό κομμάτι, συνέβαλε και στο αμυντικό με δυναμικές άμυνες στον αντίπαλο χειριστή, μεταξύ άλλων.

Σε κάθε pre-game παραθέτουμε στατιστικά δεδομένα, ως μια ένδειξη της δυναμικότητας της εκάστοτε ομάδας. Το ίδιο θα μπορούσαμε να εφαρμόσουμε και εδώ, τονίζοντας ομαδικά δυνατά στατιστικά στοιχεία της «ρωσικής αρκούδας», όπως τα επιθετικά rebounds και τους προαναφερθέντες αριθμούς βολών και ποσοστού τριπόντων ή αναζητώντας μέσα στα νούμερα στοιχεία, που θα έδιναν περισσότερο χώρο για όνειρα διπλού μέσα στην Μόσχα. Η πρωταθλήτρια Ευρώπης του 2019 μόνο άτρωτη δεν μοιάζει, με μέτρια νούμερα σε συνολικά και αμυντικά rebounds (10η και 16η αντίστοιχα) στην ανά 40 λεπτά στατιστική. Επίσης βρίσκεται 10η στην προηγμένη στατιστική του TRB% και 16η στα DRB%. Τα συγκεκριμένα δεν είναι τα μόνα μελανά σημεία, καθώς εφόσον είναι 14η στις τάπες/40 λεπτά, 16η στα κλεψίματα/40 λεπτά και το συνδυάζει με την τελευταία θέση στις assists/40 λεπτά. Όλα αυτά όμως είναι περιττά. Στην πραγματικότητα η πορεία της θα καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από έναν άνθρωπο. Τον δεινό χρήστη του twitter, και των social media, Mike James, ενός παίκτη ρουλέτα, που είτε θα τον αποθεώσουμε στο τέλος ως τον πολυτιμότερο παίκτη του τελικού της Euroleague είτε θα είναι η αιτία που θα αποτύχει η CSKA. Στο RedPointGuard υπάρχει μια διαμάχη σχετικά με τον Αμερικάνο guard. Π.χ ο Navaho θα τον αποθεώσει και θα αναγνωρίσει στο μέγιστο την αγωνιστική του αξία. Ο συντάκτης αυτού του κειμένου θα υποστηρίξει ότι ο επαγγελματικός κλάδος των κλόουν έχασε ένα τεράστιο ταλέντο. Μια φιλονικία που μόνο ο Σολομώντας, o Ανδρέας Μικρούτσικος και η Σια Λιαροπούλου θα μπορούσε να λύσει, αλλά θα επιχειρηθεί να αναλυθεί από την, υποκειμενική έστω, ματιά του ανθρώπου που υπογράφει το συγκεκριμένο pre-game.

Θα ήταν δίκαιο να χαρακτηρίσουμε τον James μια από τις πιο εμπορικές φιγούρες της διοργάνωσης. Εξίσου δίκαιο θα είναι να δούμε και τι έκανε στο μέχρι τώρα παρελθόν, έπειτα από την σύντομη θητεία του στον Κολοσσό, που του άνοιξε τον δρόμο για τα ευρωπαϊκά σαλόνια. Αυτό που θα δούμε είναι αρχικά μια πρώτη χρονιά στην Baskonia, με μέτρια ομαδικά αποτελέσματα για την ομάδα των Βάσκων, και την εκπληκτική σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο season του 2015-16, που έφτασε εντελώς αναπάντεχα, με την μεγάλη συμπαράσταση των Adams και Μπουρούση, στο F4 του Βερολίνου. Ακολούθησαν 2 χρόνια στον Παναθηναϊκό που, αν και απέτυχε στην Euroleague, πήρε 2 πρωταθλήματα, όπου στο ένα το 2017-18 συνέβησαν πράγματα που άρχισαν να εδραιώνουν την ιδέα του “μέχρι τέλους” στο μυαλό των Αγγελόπουλων, και στο άλλο, πριν φτάσει στον θριαμβευτικό πέμπτο τελικό απέναντι σε έναν Ολυμπιακό χωρίς δυνάμεις, ο τρόπος παιχνιδιού με αιχμή τον James δεν απείχε πολύ από το να κερδίσει ο Ολυμπιακός τη σειρά με 3-0, παρά το γεγονός το ότι ο Σπανούλης είχε ίωση και δεν αγωνίστηκε στο δεύτερο τελικό, ο Green τραυματίστηκε και αποχώρησε νωρίς στον τρίτο, και υπήρχαν και από πολύ νωρίτερα δεδομένες απουσίες των Lojeski και Hackett, που δεν αναπληρώθηκαν σε καμία περίπτωση από τον Waters. Μετά τον Παναθηναϊκό η αμφιλεγόμενη πορεία του James συνεχίστηκε στην Armani, που δεν πέτυχε απολύτως τίποτα σε Ευρώπη και Ιταλία, αντιθέτως σκουπίστηκε από την Sassari, στα ημιτελικά του ιταλικού πρωταθλήματος. Τελικά πήρε την μεταγραφή στην CSKA που, με τον τραυματισμό του Clyburn, έμεινε ως ηγέτης της ομάδας, και η ρωσική ομάδα πραγματοποίησε μια από τις χειρότερες πορείες του από το 2003 και μετά, ρισκάροντας να μείνει εκτός Final 4, σε μια ενδεχόμενη σειρά προημιτελικών με την Maccabi, με ανάλογα μέτριες ομαδικές επιδόσεις στις assists όπως και φέτος (14η /40 λεπτά). Συνολική πορεία που επιβεβαιώνει, παρά διαψεύδει, τις αμφιβολίες για την επιλογή του Ιτούδη να του δώσει το τιμόνι της καλύτερης ομάδας της τελευταίας 18ετίας.

Είναι όμως εύκολο να του αποδώσουμε όλες τις ευθύνες, και ακόμα πιο εύκολο για τους Έλληνες δημοσιογράφους ώστε να δικαιολογήσουν μια πιθανή αποτυχία του Ιτούδη στο μέλλον. Η αλήθεια είναι όμως ότι όπως δόμησε ο Ιτούδης την περιφέρεια της CSKA τις season 2019-20 και 2020-21, έχουμε αρκετούς ρολίστες γύρω από τον James. Εξαναγκάζοντας σε βάθος season τον Αμερικανό, ακόμα και αν δεν είχε το μικρόβιο της μπασκετικής κατάχρησης μέσα του με 29% usage φέτος, να είναι υποχρεωμένος να παίρνει τις κρίσιμες ενέργειες στο τέλος. Γιατί μπορεί η σύνθεση από την θέση 3 εως 5 να χαρακτηριστεί άφοβα η δυνατότερη στην Ευρώπη, στο σημερινό μπάσκετ όμως οι guards καθορίζουν τα καλαθοσφαιρικά τεκταινόμενα. Μέχρι ο Ιτούδης να καταφέρει κάτι διαφορετικό θα ισχύει αυτό.

Δεν πρόκειται πάντως για την πρώτη φορά που έχουμε Αμερικάνο παίκτη στην CSKA με ατομικό ταλέντο, και λίγο ανεγκέφαλο στον τρόπο παιχνιδιού, να είναι ικανός να κερδίσει και να χάσει μόνος του ένα παιχνίδι. Την ίδια διαδρομή έχει κάνει μια από τις κορυφαίες μπασκετικές προσωπικότητες της Euroleague της περιόδου 2000-2010, ο J. R. Holden. Ο Holden, που πήρε πρωτάθλημα στην ΑΕΚ αλλά είχε τόσα σκαμπανεβάσματα στον τρίτο ελληνικό τελικό του 2002, που οι φίλαθλοί της είχαν πλησιάσει με άγριες διαθέσεις προς το μέρος του, ενώ έκανε ότι μπορούσε για να προκριθεί η Εθνική μας στον προημιτελικό του Ευρωμπάσκετ του 2005, μαζί με τις διαιτητικές αποφάσεις που έβγαλαν εκτός αγώνα τον Zevrosenko. Κατάφερε βέβαια στο τέταρτο Final 4 του να πάρει επιτέλους την πρώτη Euroleague το 2006, ενώ η CSKA ήταν το απόλυτο φαβορί το 2005, παίζοντας F4 μέσα στην Μόσχα. Αυτό σημαίνει ότι οι playmaker, ακόμα και αυτοί με αναρχικό τρόπο παιχνιδιού, μπορούν να ωριμάσουν σταδιακά, σαν το ουίσκι. Προς το παρόν, αν ο Ιτούδης σκόπευε να πειθαρχήσει τον James, αφήνοντας τον έξω στο παιχνίδι με την Baskonia, έχει αποτύχει σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, με τον Αμερικάνο στο τελευταίο ματς απέναντι στην Real, να παίρνει 19 προσπάθειες εντός πεδιάς, να δίνει μόλις 1 assist και να σώζει το “τομάρι” του Ιτούδη. Οι φίλαθλοι στην Ελλάδα είναι δεδομένο ότι έχουμε καλομάθει εξαιτίας της ταυτόχρονης συνύπαρξης Παπαλουκά, Διαμαντίδη, Σπανούλη. Στην τωρινή όμως Euroleague, πέραν της Armani που έχει ένα τρομερό, στα χαρτιά, δίδυμο playmaker (Rodriguez και Dalaney), και της Efes των Misic και Larkin, τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν καλύτερα, στα κατά τεκμήριο 5 ισχυρότερα roster της Euroleague στην θέση του άσσου. Πέραν του μπασκετικού ασανσέρ James, ο Campazzo έφυγε από την Real και αυτήν την στιγμή οι Ισπανοί έχουν μείνει με Laprovittola και Alocen, ενώ στην Barcelona Heurtel και Καλάθης είναι καλοί παίκτες μεν, δεν έχουν όμως οδηγήσει οι ίδιοι τις ομάδες του σε τίτλους τελικούς ή παρουσία σε Final Four δε. Μην ξεχνάμε επίσης ότι οι αθλητές έχουν περιορισμένο χρόνο επαγγελματικής ζωής με την ανάλογη συνέπεια στην αλληλουχία των πρωταγωνιστών στην διάρκεια των χρόνων, που φυσικά αλλάζουν.

Το πλάνο της CSKA δεν ευοδώθηκε σύμφωνα με τον αρχικό τους σχεδιασμό, η γραμμή των περιφερειακών διατηρήθηκε όμως σε μεγάλο βαθμό. Έκτος του James συνεχίζουν Strelnieks, Hilliard και Hackett, και πίσω τους ο Ukhov, με νέα πρόσωπα τους Ρώσους ρολίστες Umrikhin και Khomenko από τις μικρές ομάδες της ρωσικής ομάδας, ουσιαστικά έμειναν δηλαδή όλοι από πέρσι εκτός του Baker. Αυτή η γραμμή κοντών δεν μοιράζεται την ίδια λάμψη με την αντίστοιχη των forwards και centers, επιτρέποντας στον James και καμιά ταρζανιά παραπάνω. Οι παίκτες όμως που την συνθέτουν είναι ατομικές μονάδες που δεν θα περίσσευαν σε άλλες ομάδες. Ο Αμερικάνος είναι τέταρτος σε μέσο όρο αξιολόγηση και πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης/ματς. Ο Strelnieks θεωρείται, ορθά, ο ορισμός του επιθετικού παίκτη οικονομίας, που θα σουτάρει πάνω από 40% στα τρίποντα, γύρω στο 90% στις βολές και πάνω από 50% στα δίποντα, Ο Hackett των 9 πόντων μέσο όρο, δίπλα στις γνωστές αμυντικές αρετές του, δεν είναι απαραίτητα ο pick n’ roll playmaker, τιμωρεί όμως με στατικό τρίποντο τις βοήθειες στους υπολοίπους ή το ότι του δίνουν σουτ σε κάθετο παιχνίδι, με ποσοστό ευστοχίας το φοβερό 48,6% από τη γραμμή των 6.75. Όμως και ο Hilliard των 10,5 πόντων μ.ο. είναι το guard/forward που πολλοί θα επιθυμούσαμε και ψάχνει και ο Ολυμπιακός τα τελευταία χρόνια, με όχι και τόσο πετυχημένο τρόπο. Δηλαδή ένα πακέτο ανταγωνιστικού παίκτη στην άμυνα και σουτέρ, ο οποίος αν χρειαστεί παίζει ένα pick n’ roll ή τολμά ορισμένες διεισδύσεις ως ενναλακτική λύση, πίσω από τις ατομικές προσπάθειες των τεσσάρων κύριως αστέρων της CSKA.

Οι περισσότερες δράσεις της CSKA εκτυλίσσονται πάνω στην μπάλα. Κάτι λογικό αφού, χωρίς τον Λετονό guard, μόνο ο Hilliard μπορούμε να πούμε ότι παίρνει, ως βασικός αποδέκτης, screens πάνω και εκτός μπάλας για σουτ, μαζί με κάποια hand-off στον James και κοψίματα του Clyburn πιο κοντά στο καλάθι, δημιουργώντας την εντύπωση ότι αυτό μαζί με την έλλειψη assists οι Ρώσοι θα μπορούσαν να θεωρηθούν μια στατική ομάδα, και κάποιους παίκτες να έχουν δικαιολογημένα παράπονα, όπως ο Milutinov, που στο πρώτο ημίχρονο απέναντι σε Thompkins και Randloph δεν είχε πάρει ούτε μισή μπαλιά στο ζωγραφιστό. Είναι όμως περισσότερο εύκολο να το λες παρά να το κάνεις, το να περιορίσεις τόσο ταλαντούχους επιθετικά παίκτες. Και χάρη στην ποιότητα των μεμονωμένων καλαθοσφαιριστών η CSKA τραβάει βοήθειες των αντιπάλων, και αρκούν μερικές πάσες για να βρεθεί ένας ελεύθερος παίκτης, ακόμα και αν δεν υπάρχει ο σουτέρ που να κινείται σαν τους Carroll, Erickson, Giedraitis και λοιπούς παρόμοιους. Θα είναι λοιπόν ένα ακόμα παιχνίδι που δεν θα ξέρουμε την ακριβή κατάσταση του Ολυμπιακού, μετά από αυτό με την Baskonia, όσο και αν είχαμε την σφήνα του φιλικού με τον Κολοσσό Ρόδου, μαζί με την επιστροφή κάποιων παικτών. Η δημοσιογραφική φράση που ταιριάζει σε αυτήν την περίπτωση είναι ένα παιχνίδι που “δεν μπορείς να χάσεις τίποτα παρά να κερδίσεις”. Στην εποχή όμως που αποκομίζεις κρούσματα κορονοιού δίχως να το καταλάβεις, και τα αποτελέσματα εμφάνισης των συμπτωμάτων εμφανίζονται μερικές μέρες μετά, θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, ακόμα και με αυτές τις στερεοτυπικές εκφράσεις των αθλητικογράφων.

Next Post

Post Game RS #12 @ CSKA Moscow

Δυστυχώς η ομάδα μας δεν τα κατάφερε την Πέμπτη το βράδυ στη […]

Subscribe US Now

%d bloggers like this: