Storm in a teacup

Σε μια χώρα που οι οπαδοί θέλουν να νιώθουν πως είναι το Α και το Ω της ομάδας τους, πως ο “κόσμος της ομάδας είναι πάνω από παίκτες και πρόσωπα”, πως έχουν μερίδιο ευθύνης στις νίκες (μπας και αποκτήσουν λίγο ανάστημα) επειδή ήταν εκεί για να βρίσουν τον αντίπαλο, πως αυτοί είναι εκείνοι που θα αποφασίζουν πότε θα τελειώνει ένα παιχνίδι (δεν έχει σημασία αν η ομάδα τους είναι ακόμα μέσα στην διεκδίκηση της νίκης, κι ας είναι η νίκη το μόνο που τους νοιάζει), θα ήταν παράλογο να μην ένιωθαν πως θα αποφασίσουν αυτοί πότε θα φύγει ο προπονητής, που σαν “θέση” είναι ίσως η πιο απαξιωμένη στην Ελλάδα. Στην δική μας περίπτωση, το έχουν κάνει ήδη μια φορά πριν 2 χρόνια. Άλλωστε η ομάδα τους ανήκει. Ποιος νοιάζεται άλλωστε για τον προπονητή, σε τι είναι χρήσιμος; Σε τίποτα. Ο “θεσμός του προπονητή” είναι ίσως το καλύτερο ψυχογράφημα ενός ολόκληρου λαού στην περίπτωσή μας. Ευτυχώς όμως που δεν αποφασίζει ο κόσμος για το τι θα γίνει στην ομάδα. Ένας κόσμος που σκέφτεται και δρα συνήθως χωρίς ψυχραιμία. Που κάνει ό,τι του υπαγορεύει το θυμικό του χωρίς δεύτερη σκέψη.

Αυτή είναι η “ελληνική πραγματικότητα”, ίσως ένα απ’τα αγαπημένα μου κλισέ, το οποίο ποτέ δεν κατάλαβα τι ακριβώς σημαίνει, αλλά σχεδόν πάντα έχει μια μίζερη χροιά και χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι πολύ εσωστρεφές σαν γεγονός. Και (κατ’εμέ) η εσωστρέφεια είναι απ’τα χειρότερα πράγματα που μπορεί να συμβεί σε μια ομάδα. Μια ενδεχόμενη αγωνιστική κρίση είναι κάτι απολύτως φυσιολογικό και θεμιτό, δεν έχει υπάρξει ομάδα στα χρονικά που να μην είχε ένα σημείο καμπής μέσα στην χρονιά. Ακόμα και οι Bulls είχαν τα προβλήματά τους. Άλλωστε μιλάμε για ένα νέο format στη διοργάνωση, όλες οι ομάδες φέτος θα έχουν τα ζόρια τους και θα κάνουν λάθη λόγω απειρίας, τα οποία λάθη θα διορθώσουν εμπειρικά σε μελλοντικές διοργανώσεις. Actually, έχουν παιχτεί 6 παιχνίδια μόλις & δεν ξέρω καν αν μιλάμε για αγωνιστική κρίση ή για μια φυσιολογική συνθήκη σε μαραθώνιο 30 αγωνιστικών, θα το διαπιστώσουμε στην συνέχεια. Μιλάμε για πρωτόγνωρη κατάσταση.  Η σεζόν 2011-12 ήταν μια φρικωδία μέχρι τον Ιανουάριο. Κάτι ήττες στο Cantu θυμάμαι, καρδιοχτύπι για το αν θα περάσουμε στο top16. Η επόμενη σεζόν είχε επίσης ups & downs. Παίζαμε μεν με τον αέρα της πρωταθλήτριας ομάδας, αλλά υπήρχαν προσδοκίες πλέον, γύρω στον Φεβρουάριο υπήρχε γκρίνια. Η επιτυχία πέρα από σχετική, είναι και συνάρτηση πολλών παραγόντων. Δεν ξέρω πόσοι θυμούνται ότι μια νίκη της αδιάφορης Barcelona κόντρα στην Maccabi στο τέλος του top16 μας έδωσε τότε ουσιαστικά το πλεονέκτημα έδρας και μας έστειλε στην Efes. Ποιος ξέρει τι θα είχε συμβεί τότε αν η αδιάφορη Barcelona έχανε απ’την Maccabi που καιγόταν. Θα αντιμετωπίζαμε την Real Madrid με μειονέκτημα έδρας, σε best-of-five σειρά, όχι σε ένα μονό παιχνίδι. Πλέον η “αστερόσκονη” των ευρωπαϊκών τίτλων “έκατσε”, η λάμψη σαν να ξέφτισε, τα καλά χρόνια μοιάζουν να είναι πίσω και η γκρίνια είναι ο καλύτερος φίλος μας. Αυτό ακριβώς είναι έκφανση εσωστρέφειας.

Σε όλες τις ομάδες, οι φίλαθλοι χωρίζονται σε δύο βασικές κατηγορίες: Στους “δείτε τι έχουμε πετύχει, μην είστε αχάριστοι” και στους “απαιτητικούς” που θέλουν το κάτι παραπάνω, την βελτίωση και πολλές φορές το ανέφικτο. Τις περισσότερες φορές και οι δύο έχουν κάποια δυνατά επιχειρήματα, δεν μπορείς να διακρίνεις εύκολα αν κάποιος υπερβάλλει. Μάλλον γιατί το κάνουν και οι δύο σε παραπλήσιο βαθμό. Η αλήθεια είναι σχεδόν πάντα κάπου στη μέση, όπως λέει άλλο ένα κλισέ. Η συνήθεια είναι στη φύση του ανθρώπου. Συνηθίζει στις επιτυχίες, τις θεωρεί δεδομένες και αυτονόητες, απαιτεί να έχουν συνέχεια. Οτιδήποτε γίνεται συνήθεια, μετά σου φαίνεται φυσιολογικό. Οι άνθρωποι όταν φτάσουν ψηλά, τείνουν να ξεχνούν που βρίσκονταν, γίνονται τρόπον τινά “λαίμαργοι”, αποκτούν εμμονή με την εξέλιξη και την επιτυχία. Από την άλλη είναι φυσιολογικό να θες να καθιερωθείς στο επόμενο επίπεδο, να διεκδικήσεις στο max όσα μπορείς, γιατί δεν ξέρεις για πόσο θα βρίσκεσαι εκεί επειδή όλα κάνουν κύκλους. Αυτό δεν είναι ελληνικό ίδιον, είναι κάτι που έχω επιβεβαιώσει τόσα χρόνια και ως φίλαθλος της ποδοσφαιρικής Manchester City. Βέβαια το παρελθόν πάντα σου αφήνει κάποια κατάλοιπα όσο κι αν το έχεις αποτινάξει από πάνω σου & βρίσκεται πάντα εκεί για να σε τσιγκλάει και να σου θυμίζει ποιος ιστορικά υπήρξες με τον πιο εσωστρεφή τρόπο. Όσο κι αν προόδευσες, θα σε πληγώνει πάντα το άσχημο ιστορικό με τον αιώνιο εχθρό. Μπορεί να έχεις φτάσει στην κορυφή, αλλά θες να πάρεις το αίμα σου πίσω από αυτόν που τόσα χρόνια σου στερούσε τα πάντα.

Ο Σφαιρόπουλος έχει την τύχη να έχει εξασφαλίσει μια x-y πίστωση χρόνου από τον οπαδό που ανέφερα στην αρχή (εκείνον που έδιωξε τον Μπαρτζώκα και διέκοψε τον τρίτο τελικό του 2013), με τις νίκες απέναντι στον ΠΑΟ και τα 2 σερί πρωταθλήματα. Απόρροια των επιλογών του και των προτεραιοτήτων του θα συμπλήρωνα, αλλά δε θα το κρίνω τώρα αυτό. Γι’αυτόν τον οπαδό (ο οποίος θέλω να πιστεύω ότι είναι απλώς μια ηχηρή μειοψηφία) σημασία έχουν μόνο τα εγχώρια σκήπτρα, όχι το μπάσκετ που “παρακολουθεί”. Δεν έχω σκοπό να ψέξω τον προπονητή για τακτικά ζητήματα, για το rotation ή για την εν γένει διαχείριση του δυναμικού που έχει στα χέρια του και εν πάση περιπτώσει δεν πιστεύω πως υπάρχει κακός προπονητής σ’αυτό το επίπεδο, ή τουλάχιστον όχι τόσο κακός ώστε να μην βλέπει αυτά που στην λογική της μάζας είναι “προφανή”. Ούτε όμως είμαι φαν της εύκολης/βολικής συνωμοσίας. Συνήθως ψάχνω τις απαντήσεις στο προφανές, τείνω να πιστεύω ότι η αλήθεια τις περισσότερες φορές είναι αυτό που είναι το πιο συμβατό με τις περιστάσεις, το πιο “απλοϊκό”, το πιο λειτουργικό με την πραγματικότητα. Νομίζω ότι η αλήθεια είναι πολύ λιγότερο “φανταχτερή” απ’όσο θέλουμε να νομίσουμε, πολύ πιο κοινή και βαρετή.

Με τα παρασκηνιακά πάσης φύσεως δεν ασχολούμαι, ποτέ δεν το έκανα, δε με αφορούν. Αφενός γιατί τα βαριέμαι πιο πολύ και απ’τις μεταγραφικές περιόδους, κυρίως επειδή δεν έχουν τίποτα το μπασκετικό. Π̶λ̶η̶ρ̶ώ̶ν̶ο̶μ̶α̶ι̶ ̶ Προτιμώ να μιλάω μόνο για το μπάσκετ. Αφετέρου γιατί το να κάνω τον detective ποτέ δε με ενθουσίαζε. Είμαι της άποψης ότι το να μιλάμε για πράγματα που δεν γνωρίζουμε από πρώτο χέρι, που δεν βρισκόμασταν μπροστά, που απλώς ακούσαμε από κάπου ή μας μετέφερε κάποιος, είναι ανώφελο πέρα από λογική μεσημεριανής εκπομπής. Ο καθένας έχει διαφορετική αφήγηση των πραγμάτων, οπότε ακόμα και αληθές να είναι αυτό που σου μετέφεραν, είναι αληθές από την μια πλευρά, είναι η υποκειμενική αλήθεια του ενός. Εγώ προσωπικά δε νιώθω άνετα να μιλάω για ιστορίες τρίτων, νιώθω ευάλωτος κάνοντας εικασίες μέσω τρίτων. Πόσο μάλλον δε όταν αυτοί οι “τρίτοι” έχει αποδειχθεί ότι ασκούν πολιτική. Μύλος.

Ας κρίνουμε λοιπόν με βάση το τι βλέπουμε μπροστά μας. Εκεί θα κρίνω τον κάθε προπονητή, όσο πιο δίκαια μπορώ. Ας είσαι σκληρός στην κριτική σου, αρκεί να είσαι δίκαιος. Προσπαθώ να μην κρίνω πρόσωπα και καταστάσεις με γνώμονα τις συμπάθειές μου, αλλά δυστυχώς δεν το καταφέρνω πάντα. Όσοι τέλος πάντων με έχουν παρακολουθήσει και έξω από αυτόν τον χώρο, θα έχουν καταλάβει και ποια είναι η γνώμη μου για τον coach. Πλέον δεν κάνω την προσπάθεια να τον αναλύσω, τον αποδέχομαι ως συνθήκη, αλλά ποτέ δεν μπόρεσε να μου προκαλέσει το ενδιαφέρον να ασχοληθώ βαθιά με την (όποια) φιλοσοφία μπορεί να κουβαλάει, με τις ιδέες που μπορεί να έχει για το άθλημα. Είναι κάποιες φυσιογνωμίες που σε κάνουν να θες πολύ να ασχοληθείς μαζί τους, να προσπαθήσεις να τις εξηγήσεις και να ταυτιστείς ή να τις μισήσεις. Ο Σφαιρόπουλος για εμένα προσωπικά, είναι κάτι πιο ουδέτερο και μάλλον δεν πρόκειται να αλλάξει αυτό, τον έχω βάλει στην ανιαρή και ψιλομίζερη κατηγορία “πιστός στρατιώτης της ομάδας”, κάτι πολύ υποτελές και αφιλόδοξο για τα γούστα μου. Είναι υπερβολικά solid σαν φιγούρα, πολύ σφιγμένος και τυποποιημένος στον τρόπο που “επικοινωνεί” με τον έξω κόσμο. Αντίβαρο του big Lebowski. Είναι πολύ 8-bitος σαν συνολική εικόνα. Αλλά τον έχω αποδεχτεί. Σέβομαι την “γραμμικότητα” που παρουσιάζει, κι ας έχει αυτό συνέπειες πάνω στις ατομικές ελευθερίες των παικτών. Ωστόσο η κουβέντα για απομάκρυνση Νοέμβριο μήνα, είναι πολύ ετεροχρονισμένη στη δική μου λογική. Ποιος θα διαδεχθεί τώρα; Ο Τότης Φυλακούρης ή ο Γου Χου Γεωργιάδης; (btw πάντα ήμουν λίγο καχύποπτος με προπονητές που δέχονταν να αναλάβουν στη μέση της χρονιάς μια ομάδα). Πολύ σπάνια συμφωνώ με αλλαγές προπονητών μεσούσης της σεζόν, όχι τόσο γιατί το θεωρώ άδικο προς αυτόν που φεύγει, αλλά κυρίως γιατί το θεωρώ άδικο για αυτόν που πρόκειται να έρθει. ^_^

Γιατί ξέρω πόσο αδηφάγοι είμαστε, πως λίγοι θα αναγνωρίσουν στον διάδοχο το γεγονός πως η ομάδα δεν έχει τις δικές του περγαμηνές. Αν κρίνουμε τον Σφαιρόπουλο ως ανεπαρκή για πράγματα που δεν γνωρίζουμε (εσωτερικές τριβές πχ) τότε μάλλον καλά θα κάνουμε να χαλαρώσουμε τη φάση μας και να αφήσουμε τον χρόνο να μας δείξει αν όντως έχει “χάσει τα αποδυτήρια” (κι’άλλο αγαπημένο κλισέ). Στην τελική αυτό μπορεί να συμβεί στον καθένα, δεν είναι απόδειξη μεγέθους/προσωπικότητας. Στο “Damned United” ακολουθούμε την ιστορία του θρυλικού Brian Clough όπου άντεξε για μόλις 44 μέρες στον πάγκο της Leeds, ίσως τις πιο δύσκολες 44 μέρες που είχε ποτέ ένας προπονητής, ουσιαστικά τον έφαγαν οι ίδιοι του οι παίκτες. Οι τριβές από μόνες τους δεν μου λένε κάτι, συμβαίνουν σε κάθε ομάδα, σε κάθε εργασιακό περιβάλλον που αποτελείται από ανθρώπους. Storm in a teacup. Παρεμπιτόντως να πω ότι ποτέ δεν κατάλαβα για ποιον λόγο μας φαίνονται παράλογες, κατακριτέες και εξωφρενικές κάποιες καταστάσεις που συμβαίνουν στις ομάδες την στιγμή που σε οποιοδήποτε άλλο εργασιακό περιβάλλον είναι κομμάτι της καθημερινότητας και της ρουτίνας. Για ποιον λόγο μας κάνουν εντύπωση και τα διογκώνουμε (τσακωμούς, διαφωνίες, παίκτης έβρισε πρόεδρο σε προσωπική συνομιλία κτλ). Λες και θεωρούμε ότι αυτοί έχουν διαφορετικές σταθερές, ότι δεν είναι απλώς “πολλοί μαζεμένοι διαφορετικοί άνθρωποι στον ίδιο χώρο” αλλά cyborgs με προγραμματισμένες εργοστασιακές λειτουργίες. Αν κρίνουμε τον Σφαιρόπουλο ως επαρκή ή ανεπαρκή με βάση το τι έχει παρουσιάσει ολικά από τότε που ήρθε (πλέον έχουμε ικανοποιητικό δείγμα), τότε η κρίση μας λογικά είναι η ίδια εδώ και καιρό και δεν επηρεάστηκε καθόλου από τα όσα ακούγεται πως συμβαίνουν στο παρασκήνιο.

Στο ποδόσφαιρο, αυτός που θα την πληρώσει σε μια κόντρα μεταξύ παίκτη/παικτών και προπονητή, είναι φυσικά ο προπονητής, μιας και οι παίκτες αποτελούν περιουσιακό στοιχείο της ομάδας. Στο μπάσκετ όπου οι παίκτες αλλάζονται σαν τα πουκάμισα, δεν είμαι σίγουρος ότι ισχύει το ίδιο. Οι ομάδες δεν έχουν να κερδίσουν κάτι οικονομικά απ’τους “φευγάτους”. Ούτε πωλήσεις, ούτε ρήτρες. Μπορώ να δεχτώ την οποιαδήποτε συζήτηση για τα λάθη του προπονητή σε ζητήματα τακτικά ή διαχείρισης δυναμικού, αλλά εγώ για την ώρα δεν βλέπω κάποια διαφορά σε σχέση με πέρυσι σ’αυτά τα δύο κομμάτια για παράδειγμα. Ούτε καν στο post-game κομμάτι, στο πως χειρίζεται media και κόσμο. Είναι γενικά πολύ συμπαγής και coherent ως περσόνα, ως προς τον τρόπο που χειρίζεται τα πράγματα. Έχει ένα συγκεκριμένο μοτίβο το οποίο ακολουθεί, μια νόρμα ας πούμε, και την υπηρετεί ολοσχερώς από την πρώτη μέρα που ήρθε. Είμαι OK μ’αυτό. Γενικώς δεν βλέπω κάποια μεταστροφή σε σχέση με πέρυσι. Το αν έκανε τον κύκλο του, θα φανεί. Άλλωστε όλα κάνουν τον κύκλο τους κάποτε. Το θέμα είναι να γίνει στο σωστό timing, με τις κατάλληλες συνθήκες για όλους. Και κυρίως, οτιδήποτε γίνει, να γίνει για τους σωστούς λόγους. Με ψυχραιμία, σαφές πλάνο για την συνέχεια & δίκαια πλην διακριτά κριτήρια.