Για μερικές εβδομάδες αυτό το καλοκαίρι, το ευρωπαϊκό μπάσκετ έμοιαζε να ανακαλύπτει μια συναρπαστική καινοτομία.
Υπογράφεις συμβόλαιο.
Μετά αλλάζεις γνώμη.
Βρίσκεις κάπου αλλού κάτι που σου αρέσει περισσότερο.
Και κάπως περιμένεις από την ομάδα που έχει το συμβόλαιό σου να σου ανοίξει την πόρτα, να σου κρατήσει και το παλτό και, αν γίνεται, να σου καλέσει και ταξί.
Πολύ μοντέρνο.
Μόνο που τελικά η επανάσταση συνάντησε ένα μικρό τεχνικό πρόβλημα.
Το συμβόλαιο.
Thomas Walkup και David DeJulius ήθελαν να φύγουν. Και οι δύο, τελικά, θα βρίσκονται εκεί όπου ήθελαν να βρίσκονται.
Μέχρι εδώ, νίκη των παικτών.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό αστεράκι κάτω από το πανηγυρικό δελτίο της «ελευθερίας».
Δεν έφυγαν τσάμπα.
Ο Walkup ήθελε Dubai. Πήγε Dubai. Αλλά προηγουμένως η Dubai χρειάστηκε να συμφωνήσει με τον Ολυμπιακό, ο οποίος είχε ενεργό συμβόλαιο με τον παίκτη. Δεν ξύπνησε ένα πρωί ο Ολυμπιακός και ανακάλυψε ότι του έλειπε ένας guard από το roster.
Έγινε συμφωνία.
Υπήρξε αντάλλαγμα.
Και μετά έγινε η μεταγραφή.
Αυτά τα παλιομοδίτικα.
Ο DeJulius, από την άλλη, ήθελε Beşiktaş. Θα παίξει τελικά στην Beşiktaş.
Μόνο που ούτε εδώ συνέβη το θαύμα της εξαΰλωσης ενός συμβολαίου.
Η Murcia τον παραχωρεί δανεικό και διατηρεί τον έλεγχο του μέλλοντός του. Σύμφωνα μάλιστα με την ισπανική πληροφόρηση, η θέση της για πιθανή μελλοντική έξοδο του παίκτη γίνεται ισχυρότερη.
Δηλαδή, για να συνοψίσουμε την επανάσταση:
Ο ένας πήγε εκεί που ήθελε αφού η νέα ομάδα συμφώνησε με την παλιά.
Ο άλλος πήγε εκεί που ήθελε ως δανεικός από την ομάδα με την οποία έχει συμβόλαιο.
Che Guevara θα δακρύζει.
Και για να μην παρεξηγηθούμε, το θέμα δεν είναι να πανηγυρίζουμε επειδή «νίκησαν οι ομάδες».
Ούτε οι παίκτες είναι ιδιοκτησία κανενός.
Ένας επαγγελματίας αθλητής έχει κάθε δικαίωμα να θέλει να αλλάξει ομάδα. Να μη γουστάρει τον ρόλο του. Να θέλει περισσότερα χρήματα. Να προτιμά άλλον προπονητή, άλλη χώρα, άλλο project ή απλώς να έχει βαρεθεί να βλέπει την ίδια διαδρομή προς την προπόνηση.
Κανένα πρόβλημα.
Υπάρχει όμως μια μικρή διαφορά ανάμεσα στο «θέλω να φύγω» και στο «δικαιούμαι να φύγω χωρίς συνέπειες επειδή θέλω να φύγω».
Αυτή η διαφορά λέγεται συμβόλαιο.
Και είναι εκπληκτικό πόσο γρήγορα το συμβόλαιο μετατρέπεται στη δημόσια συζήτηση από ιερή δέσμευση σε καταπιεστικό χαρτί, ανάλογα με το ποιος θέλει να το σπάσει.
Όταν μια ομάδα αποφασίζει ότι δεν χρειάζεται πλέον έναν παίκτη με εγγυημένο συμβόλαιο, πολύ σωστά της λέμε:
Πλήρωσέ τον. Υπέγραψες.
Όταν όμως ο παίκτης αποφασίζει ότι βρήκε κάτι καλύτερο, εμφανίζεται ξαφνικά μια περίεργη σχολή σκέψης:
Ε, αφού θέλει να φύγει, τι να τον κάνεις;
Συγγνώμη;
Αν αυτή είναι η νέα νομική θεωρία του ευρωπαϊκού μπάσκετ, τότε να την εφαρμόσουμε τουλάχιστον συμμετρικά.
Αύριο μια ομάδα που μετάνιωσε για ένα τριετές συμβόλαιο ας πει:
«Δεν τον θέλουμε πια. Τι να τον κάνουμε;»
Να δούμε πόσο progressive θα μας φανεί τότε.
Τα συμβόλαια έχουν αξία ακριβώς επειδή δεσμεύουν και τις δύο πλευρές όταν μία από τις δύο αλλάξει γνώμη.
Αλλιώς δεν χρειάζονται συμβόλαια.
Να κάνουμε relationships.
«Όσο περνάμε καλά μαζί.»
Οι περιπτώσεις Walkup και DeJulius, λοιπόν, κατέληξαν ίσως με τον πιο υγιή τρόπο.
Κανένας δεν αλυσοδέθηκε σε αποδυτήρια.
Κανένας δεν υποχρεώθηκε να συνεχίσει εκεί όπου δεν ήθελε.
Αλλά και κανένας σύλλογος δεν υποχρεώθηκε να προσποιηθεί ότι το χαρτί που είχε υπογράψει δεν άξιζε τίποτα.
Οι παίκτες πήγαν εκεί που ήθελαν.
Οι ομάδες πήραν αυτό που συμφώνησαν για να τους αφήσουν.
Και το ευρωπαϊκό μπάσκετ ανακάλυψε ξανά μια αρχαία τεχνολογία:
τη διαπραγμάτευση.
Το πραξικόπημα, λοιπόν, απέτυχε.
Τουλάχιστον για την ώρα.
Και η επανάσταση αναβλήθηκε μέχρι νεωτέρας.
Λόγω συμβολαίου.
