Υπάρχει κάτι παράξενο στην εικόνα που έχει δημιουργηθεί γύρω από τον φετινό Ολυμπιακό.
Αν ακούσει κανείς μόνο τη συζήτηση, μπορεί εύκολα να πιστέψει ότι βλέπουμε μια ομάδα που ακόμη ψάχνεται, που δεν έχει βρει σταθερότητα, που παρουσιάζει προβλήματα στην επίθεση και που περιμένει τις επιστροφές για να δούμε τι πραγματικά μπορεί να κάνει.
Όλα αυτά έχουν κάποια βάση.
Αλλά υπάρχει και το 6–2.
Και κυρίως υπάρχει ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε.
Από τα πρώτα οκτώ παιχνίδια της EuroLeague, τα έξι ήταν εκτός έδρας: Baskonia, Ζάλγκιρις, Virtus Bologna, Valencia, Barcelona και Besiktas.
Αυτό από μόνο του αλλάζει λίγο την οπτική.
Το σημαντικότερο όμως βρίσκεται μέσα στους ίδιους τους αγώνες.
Στη Βιτόρια ο Ολυμπιακός δεν νίκησε απλώς 106–89. Βρήκε διαφορετικό δρόμο από την Baskonia. Η αντίπαλός του πήρε 48 πόντους από τρίποντα έναντι μόλις 24 του Ολυμπιακού, όμως οι ερυθρόλευκοι δημιούργησαν τεράστιο πλεονέκτημα μέσα από τα δίποντα και τη γραμμή των βολών. Το σχήμα των τριών δημιουργών δεν ακολούθησε το παιχνίδι της Baskonia — της επέβαλε ένα διαφορετικό.
Στο Κάουνας συνέβη σχεδόν το αντίθετο. Η Ζάλγκιρις είχε καλύτερη αποτελεσματικότητα στο σουτ, πέτυχε 12 τρίποντα έναντι πέντε και πήρε περισσότερα επιθετικά ριμπάουντ. Κι όμως, ο Ολυμπιακός βρήκε τον τρόπο να φύγει με το 93–91.
Στην Μπολόνια έχασε 96–94 και το πρόβλημα εντοπίστηκε στις δεύτερες κατοχές. Απέναντι στην Efes απάντησε με ένα 89–66 που το δικό μας Post Game Analysis περιέγραψε ως νίκη ελέγχου, κατοχών και αμυντικής επιβολής.
Και μετά ήρθε ίσως το παιχνίδι που δημιούργησε τη μεγαλύτερη αμφιβολία.
Απέναντι στη Fenerbahçe ο Ολυμπιακός πήγε στο +16, κράτησε τον αντίπαλο στους 64 πόντους και παρ’ όλα αυτά έχασε. Εκεί το πρόβλημα ήταν πραγματικό: όσο περνούσε ο αγώνας η παραγωγή καθαρών επιθέσεων μειωνόταν, οι κατοχές γίνονταν δυσκολότερες και η επιθετική συνέχεια εξαφανίστηκε. Οι απουσίες των Μοντέρο, Φουρνιέ και Ντόρσεϊ εξηγούσαν μέρος του προβλήματος, όχι όμως ολόκληρο.
Αυτός ο αγώνας ίσως επηρέασε περισσότερο από όσο πρέπει τη συνολική εικόνα.
Γιατί πέντε ημέρες αργότερα, στην Κωνσταντινούπολη, ο Ολυμπιακός βρέθηκε ξανά μπροστά σε σοβαρό πρόβλημα στελέχωσης. Χωρίς τρεις σημαντικούς περιφερειακούς και χωρίς τον βασικό του σέντερ, δεν χρειάστηκε κάποιο μεγάλο ατομικό ξέσπασμα για να νικήσει την Besiktas.
Είχε 26 ασίστ, κορυφαία φετινή επίδοση. Οι Hall και Jones έδωσαν μαζί 29 πόντους από τη θέση του σέντερ. Όταν η Besiktas πέρασε μπροστά με 68–66 στην τελευταία περίοδο, ο Ολυμπιακός απάντησε με 12–0. Και το έκανε με άμυνα, κίνηση, συνεργασίες και επιθέσεις κοντά στο καλάθι.
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο.
Ο Ολυμπιακός δεν έχει φτάσει ακόμη στο σημείο όπου μπορούμε να πούμε ότι λειτουργεί όπως ακριβώς σχεδιάστηκε το καλοκαίρι.
Κι όμως είναι 6–2.
Έχει ήδη κερδίσει παιχνίδια με διαφορετικό τρόπο. Με μεγάλη επιθετική παραγωγή. Με δημιουργία. Με άμυνα. Με παιχνίδι στη ρακέτα. Με διαφορετικά σχήματα. Ακόμη και σε βραδιές όπου το αρχικό σχέδιο δεν λειτουργεί όπως θα ήθελε.
Και έχει αναγκαστεί να το κάνει χρησιμοποιώντας παίκτες σε μεγαλύτερους ρόλους από αυτούς που πιθανότατα είχαν σχεδιαστεί. Ο Ward έχει αναλάβει σημαντικό φορτίο. Ο Jones και ο Hall κάλυψαν ολόκληρη τη θέση «5» στην Κωνσταντινούπολη. Ο Πλώτας βρέθηκε για σχεδόν εννέα λεπτά μέσα σε ένα λειτουργικό σχήμα σε πραγματικά κρίσιμο παιχνίδι EuroLeague.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα προβλήματα δεν υπάρχουν.
Η κατάρρευση απέναντι στη Fenerbahçe συνέβη. Η επίθεση μπορεί ακόμη να χάσει τη συνοχή της. Υπάρχουν παιχνίδια που ο Ολυμπιακός δεν «τελειώνει» όταν αποκτά το πλεονέκτημα. Και μένει να δούμε πώς θα μοιραστούν κατοχές, χρόνος και ευθύνες όταν επιστρέψουν όλοι.
Αλλά ίσως έχουμε αρχίσει να αξιολογούμε την ομάδα περισσότερο με βάση όσα ακόμη δεν κάνει, παρά με βάση όσα έχει ήδη καταφέρει.
Και κάπου εκεί βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα:
Μήπως ο Ολυμπιακός δεν προσπαθεί ακόμη να γίνει καλή ομάδα; Μήπως είναι ήδη πολύ καλή ομάδα που απλώς δεν έχει ακόμη φτάσει στην τελική της μορφή;
Το 6–2 δεν δίνει μόνο βαθμούς.
Δίνει έναν πρώτο λόγο να το σκεφτούμε.
