Έχουμε περάσει μερικές μέρες λέγοντας ότι ίσως το αμυντικό πρόβλημα του Ολυμπιακού να μην ξεκινά από τον ψηλό που αργεί να καλύψει ή από τον weak-side αμυντικό που βυθίζεται. Ίσως να ξεκινά νωρίτερα. Πολύ νωρίτερα. Στην πρώτη επαφή. Στο πρώτο screen. Στο πρώτο βήμα που χάνεται.
Ωραία μέχρι εδώ.
Η Valencia είναι η πρώτη σοβαρή ευκαιρία να δούμε αν όλο αυτό είναι πραγματική μπασκετική ανάγνωση ή αν απλώς ερωτευτήκαμε τη θεωρία μας. Γιατί κι αυτό συμβαίνει. Βλέπεις δύο-τρεις κατοχές, βρίσκεις ένα pattern, του δίνεις ένα ωραίο όνομα, το συνδέεις με archetypes και ξαφνικά νομίζεις ότι έλυσες την άμυνα του Ολυμπιακού. Μπάσκετ δεν είναι PowerPoint.
Η Valencia είναι δύσκολος αντίπαλος ακριβώς επειδή δεν σε αφήνει να κρυφτείς εύκολα πίσω από το πρώτο λάθος. Αν χάσεις τον χειριστή πάνω στο screen, δεν τελείωσε η φάση. Συνήθως μόλις άρχισε. Έρχεται δεύτερη κίνηση, extra pass, επίθεση στο closeout, αλλαγή πλευράς, άλλη μία απόφαση. Και κάπου εκεί η άμυνα που ξεκίνησε με έναν παίκτη μισό βήμα πίσω καταλήγει να μοιάζει σαν να έχουν ξεχάσει και οι πέντε τι παίζουν.
Το έχουμε ήδη δει.
Ο πρώτος αμυντικός μένει πίσω. Ο ψηλός ανεβαίνει για να σώσει τη φάση. Ο παίκτης από την αδύνατη πλευρά βυθίζεται. Η γωνία ανοίγει. Έρχεται πάσα. Closeout. Διείσδυση. Νέα βοήθεια. Και στο τέλος κάποιος βάζει ένα ελεύθερο τρίποντο και εμείς κοιτάμε τον τελευταίο αμυντικό που δεν πρόλαβε.
Βολικό.
Μόνο που η κατοχή είχε χαθεί πολύ πριν.
Και αυτό ακριβώς είναι το point-of-attack thesis που συζητάμε. Όχι ότι ο Ολυμπιακός δεν έχει rim protection. Όχι ότι οι ψηλοί του δεν μπορούν να αμυνθούν. Ούτε ότι κάθε καλάθι που δέχεται είναι προϊόν κακής περιφερειακής άμυνας. Η υπόθεση είναι πολύ πιο απλή: αν η πρώτη γραμμή σπάει συχνά, όλοι πίσω της αναγκάζονται να παίζουν άμυνα εκτάκτου ανάγκης.
Και όταν παίζεις συνέχεια άμυνα εκτάκτου ανάγκης, αργά ή γρήγορα κάποιος θα φανεί ένοχος.
Εδώ μπαίνουν και τα defensive archetypes. Όχι σαν μαγικό φίλτρο που μας λέει ποια πεντάδα «είναι καλή αμυντικά», αλλά σαν τρόπος να δούμε αν μέσα στο ίδιο σχήμα υπάρχουν οι σωστές λειτουργίες. Έχεις interior anchor; Ωραία. Έχεις weak-side coverage; Επίσης ωραία. Έχεις μέγεθος, rebound, switchability; Ακόμη καλύτερα.
Ποιος όμως σταματά την πρώτη διείσδυση;
Γιατί αν η απάντηση είναι «θα βοηθήσει ο ψηλός», τότε δεν απάντησες στην ερώτηση. Απλώς μετέφερες το πρόβλημα δέκα μέτρα πιο πίσω.
Αυτό είναι που κάνει το παιχνίδι με τη Valencia ενδιαφέρον για εμάς. Όχι το τελικό defensive rating. Όχι αν θα δεχθούμε 78 ή 88 πόντους. Αυτά χωρίς context λένε λίγα.
Θέλω να δω πώς ξεκινούν οι κακές κατοχές.
Θέλω να δω πόσο εύκολα θα βγει ο πρώτος αντίπαλος guard από το screen με πλεονέκτημα. Πόσο συχνά θα χρειαστεί δεύτερος αμυντικός πριν καν οργανωθεί πραγματικά η επίθεση. Πόσες φορές η άμυνα θα αναγκαστεί να βυθιστεί. Και κυρίως ποια lineups θα μπορούν να κρατούν τη φάση ζωντανή χωρίς να αρχίζει από νωρίς η γνωστή αλυσίδα πανικού.
Γιατί αν αυτό δουλέψει, πολλά από τα υπόλοιπα προβλήματα ξαφνικά θα φαίνονται μικρότερα.
Ο ψηλός θα πάψει να κυνηγάει δύο παίκτες.
Οι βοήθειες θα γίνονται όταν πρέπει και όχι επειδή πρέπει να σωθεί κάτι.
Τα closeouts θα μικρύνουν.
Το rebound θα γίνει πιο καθαρό.
Και όλη η άμυνα θα μοιάζει ξαφνικά πιο «σοβαρή», χωρίς να έχει αλλάξει ούτε ένας παίκτης.
Αν δεν δουλέψει, τότε επίσης κάτι θα έχουμε μάθει.
Θα έχουμε άλλη μία ένδειξη ότι το πρόβλημα δεν είναι γενικά και αόριστα ότι «ο Ολυμπιακός δεν παίζει άμυνα». Είναι ότι κάποια σχήματα δεν έχουν αρκετή προστασία στην πρώτη γραμμή και αναγκάζουν όλη την υπόλοιπη πεντάδα να διορθώνει συνεχώς.
Και εδώ είναι το ωραίο.
Αν η θεωρία μας είναι σωστή, η Valencia θα μας βοηθήσει να το δούμε.
Αν είναι λάθος, ακόμη καλύτερα. Θα την πετάξουμε και θα ψάξουμε την επόμενη.
Αυτό υποτίθεται ότι κάνουμε εδώ.
Δεν ψάχνουμε τρόπο να δικαιώσουμε αυτό που ήδη πιστεύουμε.
Ψάχνουμε τι πραγματικά συμβαίνει.
Και απέναντι στη Valencia, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κοιτάξουμε δεν είναι πού τελειώνει η άμυνα του Ολυμπιακού.
Είναι πού αρχίζει να χαλάει.

