Ποιος φοβάται το 9–15;
Μία νίκη με 23 πόντους, οι εννέα πόντοι μιας περιόδου, ο Montero, οι δηλώσεις Μπαρτζώκα και οι δύο διαφορετικές πραγματικότητες της ελληνικής μπασκετικής επικαιρότητας.
Εννέα πόντοι και είκοσι τρεις λόγοι να χαμογελάς
Υπάρχουν νίκες που σε κάνουν να πετάγεσαι από τον καναπέ. Υπάρχουν νίκες που σε αφήνουν εξαντλημένο. Και υπάρχουν νίκες που σου επιτρέπουν να πιεις ήσυχος τον καφέ σου την επόμενη μέρα, μέχρι να εμφανιστεί κάποιος και να σου χαλάσει την ηρεμία με μία ερώτηση.
«Καλά όλα αυτά. Το δεύτερο δεκάλεπτο το είδες;»
Το είδαμε, αγαπητέ. Δυστυχώς.
Ο Ολυμπιακός νίκησε την Anadolu Efes με 89–66. Είκοσι τρεις πόντοι διαφορά. Μία καθαρή, εμφατική ευρωπαϊκή νίκη, από εκείνες που κανονικά δεν επιδέχονται πολλές ενστάσεις.
Κι όμως, το παιχνίδι είχε μέσα του μία μικρή ιστορία που αξίζει περισσότερο από το τελικό σκορ.
Εννέα πόντοι σε δέκα λεπτά, ανάμεσα σε τρεις περιόδους με 26 και 27 πόντους. Δεν ξέρω αν υπάρχει καλύτερη περιγραφή της ανθρώπινης φύσης του μπάσκετ. Τη μία στιγμή όλα λειτουργούν. Την επόμενη, η στεφάνη μοιάζει να έχει μετακινηθεί δύο μέτρα πιο ψηλά και κάποιος να έχει αφαιρέσει από το playbook τις μισές σελίδες.
Το ενδιαφέρον δεν είναι ότι ο Ολυμπιακός πέρασε μία κακή επιθετική περίοδο. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις ομάδες. Ακόμη και στις σπουδαίες. Το ενδιαφέρον είναι τι ακολούθησε.
Στο ημίχρονο το σκορ ήταν 35–31. Η Efes είχε καταφέρει να μετατρέψει μία αρχικά δύσκολη βραδιά σε παιχνίδι τεσσάρων πόντων. Η διαφορά της πρώτης περιόδου είχε σχεδόν εξαφανιστεί.
Και εκεί ο Ολυμπιακός έδωσε την ουσιαστική του απάντηση. Πενήντα τέσσερις πόντοι στο δεύτερο ημίχρονο. Τριάντα πέντε παθητικό. Η ομάδα δεν περιορίστηκε στο να προστατεύσει το προβάδισμά της. Ανέκτησε τον έλεγχο και τελείωσε τον αγώνα χωρίς να αφήσει περιθώρια αμφισβήτησης.
Αυτή είναι η καλή πλευρά της ιστορίας. Η λιγότερο ευχάριστη είναι ότι μία ομάδα που στοχεύει τόσο ψηλά δεν μπορεί να θεωρεί αυτονόητο πως κάθε επιθετικό μπλοκάρισμα θα διορθώνεται με ένα εντυπωσιακό δεύτερο ημίχρονο. Σε άλλες έδρες, απέναντι σε άλλες άμυνες, το ίδιο δεκάλεπτο μπορεί να κοστίσει πολύ ακριβότερα.
Αλλά δεν θα μετατρέψουμε μία άνετη νίκη σε αφορμή για ομαδική ψυχοθεραπεία. Δεν θα ανακαλύψουμε κρίση εκεί όπου υπάρχει ένα πολύ καλό αποτέλεσμα. Απλώς δεν θα μπερδέψουμε το αποτέλεσμα με την τελειότητα.
Ο Ολυμπιακός διαθέτει αρκετό επιθετικό ταλέντο για να παράγει μεγάλες περιόδους. Αυτό που θα καθορίσει το ταβάνι του είναι πόσο συχνά θα κρατά την ποιότητά του όταν οι πρώτες επιλογές κλείνουν και ο αντίπαλος δεν του επιτρέπει να παίζει όπως θέλει.
Η άμυνα, η υπομονή, οι συνεργασίες και η σωστή κατανομή των αποφάσεων δεν πουλάνε τόσο όσο ένα εντυπωσιακό κάρφωμα ή μία μεταγραφική φήμη. Συχνά όμως ξεχωρίζουν την ομάδα που παίζει όμορφα τον Οκτώβριο από εκείνη που αντέχει όταν έρθει η άνοιξη.
Το 89–66 μάς έδωσε έναν καλό λόγο να χαμογελάμε. Το 9–15 μάς έδωσε έναν καλό λόγο να συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε.
Τρεις εικόνες από μία γεμάτη εβδομάδα
Η Efes και το δικαίωμα στην αυτοπεποίθηση. Ο Ολυμπιακός πήρε μία εμφατική νίκη στη EuroLeague, κρατώντας τον αντίπαλό του στους 66 πόντους. Το σημαντικότερο στοιχείο δεν ήταν μόνο η διαφορά, αλλά η αντίδραση μετά τη δύσκολη δεύτερη περίοδο.
Ο Jean Montero και η γοητεία του απρόβλεπτου. Απέναντι στον Κολοσσό, ο Jean Montero σημείωσε 30 πόντους με έξι τρίποντα, στη νίκη με 99–83. Υπάρχουν παίκτες που χρειάζονται αρκετές κατοχές για να αποκτήσουν ρυθμό και άλλοι που μπορούν να αλλάξουν την ατμόσφαιρα του αγώνα μέσα σε λίγα λεπτά.
Τα 18 τρίποντα του Κολοσσού. Το 18/36 πίσω από τη γραμμή δεν είναι αριθμός που προσπερνάς επειδή κέρδισες με 16 πόντους. Δεν σημαίνει ότι και τα 18 σουτ ήταν ελεύθερα ούτε ότι η άμυνα ευθύνεται αποκλειστικά για την ευστοχία του αντιπάλου. Σημαίνει όμως ότι η περιφερειακή αμυντική λειτουργία αξίζει προσεκτικότερη ματιά.
Από τη μία, λοιπόν, ο Ολυμπιακός έδειξε ότι μπορεί να περιορίζει μία ομάδα της EuroLeague στους 66 πόντους. Από την άλλη, επέτρεψε σε έναν εγχώριο αντίπαλο να βάλει 54 πόντους μόνο από τρίποντα. Δεν πρόκειται για συγκρίσιμα παιχνίδια. Είναι όμως δύο εικόνες που υπενθυμίζουν ότι η αμυντική συνέπεια δεν είναι τίτλος που τον κατακτάς μία φορά και τον κρατάς για πάντα.
Δύο ομάδες, δύο πραγματικότητες
MASS MEDIA
Υπάρχει μία πολύ γνώριμη ελληνική μπασκετική συνήθεια. Όταν η συζήτηση αφορά τον Ολυμπιακό, πάντα βρίσκεται κάτι που μπορεί να πάει στραβά.
Θα μείνει ο Tyler Dorsey το καλοκαίρι; Θα αποχωρήσει πρόωρα ο Tyrique Jones; Είναι ο Codi Miller-McIntyre πραγματικά παίκτης επιπέδου Ολυμπιακού;
Και ξαφνικά, ενώ η σεζόν μόλις έχει αρχίσει, βρισκόμαστε να συζητάμε για το καλοκαίρι, για υποθετικές αποχωρήσεις και για παίκτες που πρέπει να απολογηθούν προτού καν προλάβουν να ενταχθούν πλήρως.
Δεν είναι απαγορευμένο να τίθενται τέτοια ερωτήματα. Η κριτική είναι αναπόσπαστο μέρος του αθλητισμού. Το ζήτημα είναι η επιλεκτική ένταση.
Γιατί, την ίδια στιγμή, η θεματολογία γύρω από τον Παναθηναϊκό συχνά αποκτά έναν εντελώς διαφορετικό τόνο. Το τρυφερό βλέμμα του Željko Obradović προς τον Ματσούκα. Το εντυπωσιακό ντεμπούτο του Μουσταφά απέναντι στον Προμηθέα. Η παρουσία του Παναθηναϊκού στη λίμνη Κόμο και η ιδιαίτερη σημασία που της αποδίδεται για το ευρωπαϊκό μπάσκετ.
Όμορφες ιστορίες, ασφαλώς. Αλλά κάπου εδώ αρχίζει να σχηματίζεται η γνώριμη εικόνα: στον έναν αναζητούμε το πρόβλημα, στον άλλον την αφορμή για θαυμασμό. Το ερώτημα δεν είναι γιατί γράφονται θετικές ειδήσεις για τον Παναθηναϊκό. Είναι γιατί τόσο συχνά μοιάζει να απαιτείται διαφορετικό μέτρο για τις δύο ομάδες.
RPG COMMUNITY
Οι μπασκετόγαυροι δεν ανακαλύψαμε χθες τον ελληνικό αθλητικό Τύπο. Έχουμε διαβάσει αρκετούς τίτλους, έχουμε ακούσει αρκετές βεβαιότητες και έχουμε παρακολουθήσει αρκετές απόπειρες να παρουσιαστεί η επιθυμία ως είδηση. Και, κυρίως, έχουμε μνήμη.
Η περίπτωση του Γιώργου Μπαρτζώκα είναι χαρακτηριστική. Μπορείς να διαφωνείς με μία αλλαγή του. Μπορείς να θεωρείς ότι άργησε να πάρει timeout. Μπορείς να πιστεύεις ότι έπρεπε να παίξει περισσότερο ένας παίκτης ή λιγότερο ένας άλλος. Αυτή είναι η ουσία της μπασκετικής συζήτησης.
Άλλο όμως η κριτική και άλλο η καθημερινή προσωπική απαξίωση. Όταν πρόσωπα που διεκδικούν δημόσιο λόγο μετατρέπουν τον προπονητή του Ολυμπιακού σε μόνιμο στόχο χλευασμού και ύβρεων, δεν πρόκειται για κάποια γενναία πράξη ανεξάρτητης δημοσιογραφίας.
Δεν ζητάμε ασυλία για τον Μπαρτζώκα. Δεν ζητάμε να αποθεώνεται ο Ολυμπιακός κάθε πρωί. Ζητάμε να μην παριστάνει κανείς ότι δεν βλέπει τη διαφορά ανάμεσα στην ενημέρωση και στη δημιουργία εντυπώσεων.
Η εποχή που ένας τίτλος μπορούσε να ορίζει μόνος του την πραγματικότητα έχει περάσει. Ο κόσμος διαβάζει, συγκρίνει, θυμάται. Και έχει μάθει να ξεχωρίζει την πραγματική είδηση από την προαναγγελία μιας επιθυμίας.
THE GAP
Αν στον Ολυμπιακό μία φήμη αποχώρησης γίνεται μείζον ζήτημα και στον Παναθηναϊκό μία ευχάριστη λεπτομέρεια παρουσιάζεται σαν ιστορική στιγμή, τότε έχουμε κάθε λόγο να σχολιάζουμε αυτή την αντίθεση. Όχι με θεωρίες που εξηγούν τα πάντα, αλλά με μάτια ανοιχτά και μνήμη που λειτουργεί.
Τα βλέπουμε. Τα θυμόμαστε. Και τις απαντήσεις μας τις δίνουμε στο γήπεδο.
Ο Μπαρτζώκας μιλάει για μπάσκετ. Οι υπόλοιποι για το καλοκαίρι.
Υπάρχει κάτι σχεδόν κωμικό στη χρονική απόσταση ανάμεσα σε όσα απασχολούν τον Γιώργο Μπαρτζώκα και σε όσα απασχολούν ένα μέρος της μπασκετικής επικαιρότητας.
Ο προπονητής προσπαθεί να βελτιώσει την άμυνα της ομάδας του τον Οκτώβριο. Και κάποιοι έχουν ήδη φτάσει στον Ιούνιο.
Μετά τη νίκη επί της Anadolu Efes, ο Μπαρτζώκας στάθηκε στην αμυντική βελτίωση, στην επιθυμία των παικτών του, στη συγκέντρωση και στη μαχητικότητά τους. Μίλησε επίσης για τις δυσκολίες που δημιουργεί η μεταφορά της ομάδας στη νέα προσωρινή έδρα, ευχαριστώντας όσους εργάστηκαν για να καταστεί δυνατή η διεξαγωγή του αγώνα.
Δεν επιχείρησε να παρουσιάσει το +23 ως απόδειξη ότι όλα λειτουργούν άψογα. Ούτε χρειάστηκε να ανακαλύψει κάποια μεγάλη κρίση επειδή η δεύτερη περίοδος ήταν κακή. Έμεινε σε όσα μπορεί να επηρεάσει άμεσα: την άμυνα, την ένταση, τη συνοχή, την προσαρμογή.
Πρώτο συμπέρασμα: ο Μπαρτζώκας αντιμετωπίζει τον Οκτώβριο ως περίοδο οικοδόμησης και όχι ως περίοδο τελικών κρίσεων.
Το δεύτερο συμπέρασμα έχει να κάνει με τον Tyrique Jones. Όταν τέθηκε το ζήτημα των σεναρίων αποχώρησής του, ο προπονητής τα διέψευσε κατηγορηματικά.
Ο Jones αποτελεί μέρος μιας γραμμής ψηλών με έντονο ανταγωνισμό. Η παρουσία των Nikola Milutinov και Donta Hall σημαίνει ότι οι χρόνοι, οι ρόλοι και οι επιλογές δεν μπορούν να είναι ίδιοι σε κάθε παιχνίδι. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ένας παίκτης βρίσκεται στην έξοδο.
Σε μία ομάδα με μεγάλους στόχους, η διαχείριση των ρόλων είναι καθημερινό πρόβλημα. Δεν αποτελεί από μόνη της μεταγραφική είδηση.
Υπάρχει και μία τρίτη πλευρά. Όταν ένας προπονητής ευχαριστεί δημόσια τους ανθρώπους που εργάστηκαν για τη μεταφορά σε νέα έδρα, αναγνωρίζει ότι η απόδοση μιας ομάδας δεν γεννιέται αποκλειστικά μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου. Υπάρχουν ταξίδια, προπονήσεις, μετακινήσεις και αλλαγές στη ρουτίνα που δεν εμφανίζονται στα στατιστικά.
Ο Μπαρτζώκας μιλά για την προσπάθεια των παικτών του. Άλλοι μιλούν για το ποιοι πρέπει να φύγουν. Ο Μπαρτζώκας μιλά για αμυντική συγκέντρωση. Άλλοι μετρούν πόσους μήνες απομένουν μέχρι να λήξουν συμβόλαια.
Δεν σημαίνει ότι κάθε επιλογή του είναι σωστή. Σημαίνει απλώς ότι υπάρχει χρόνος για όλα. Και ότι το μπάσκετ έχει μία ενοχλητική συνήθεια: αρνείται να περιμένει μέχρι να ολοκληρωθούν οι τηλεοπτικές συζητήσεις.
Ο Μπαρτζώκας έχει μπροστά του το επόμενο παιχνίδι. Οι υπόλοιποι έχουν ήδη φτάσει στο επόμενο καλοκαίρι.
Ο Montero και το δικαίωμα να χαλάς τα σχέδια
Υπάρχει μία στιγμή σε κάθε μπασκετικό παιχνίδι που η λογική σηκώνει τα χέρια ψηλά. Είναι εκείνη που ένας παίκτης βάζει δύο συνεχόμενα δύσκολα σουτ και ξαφνικά όλοι στο γήπεδο γνωρίζουν τι θα ακολουθήσει.
Θα πάρει και το τρίτο.
Ο προπονητής μπορεί να έχει διαφορετική άποψη. Οι συμπαίκτες μπορεί να βρίσκονται σε καλύτερες θέσεις. Η άμυνα μπορεί να περιμένει ακριβώς αυτό. Αλλά ο παίκτης έχει ήδη αποφασίσει. Και μερικές φορές, ευτυχώς, έχει δίκιο.
Ο Jean Montero προσφέρει στον Ολυμπιακό αυτή την ιδιαίτερη δυνατότητα: να δημιουργεί επιθετικές καταστάσεις που δεν προκύπτουν αποκλειστικά από τη συνηθισμένη κυκλοφορία της μπάλας.
Η εμφάνισή του απέναντι στον Κολοσσό, με 30 πόντους και έξι τρίποντα, έδειξε τη μία πλευρά αυτής της ικανότητας. Την ευχάριστη.
Υπάρχει όμως και η άλλη. Η ατομική πρωτοβουλία δεν είναι πάντα καλή απόφαση. Το δύσκολο σουτ δεν γίνεται σωστό μόνο και μόνο επειδή ο παίκτης έχει την ικανότητα να το βάλει. Και ο Ολυμπιακός δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ομάδα που περιμένει κάθε βράδυ από έναν συγκεκριμένο παίκτη να κάνει το απρόβλεπτο.
Αυτό είναι το στοίχημα του Γιώργου Μπαρτζώκα: να αξιοποιήσει την ελευθερία του Montero χωρίς να θυσιάσει τη συνοχή της ομάδας. Να του επιτρέψει να δημιουργεί, χωρίς να χρειάζεται να αναλαμβάνει κάθε δύσκολη κατοχή. Να χρησιμοποιήσει το ταλέντο του ως πρόσθετο όπλο και όχι ως υποκατάστατο της ομαδικής λειτουργίας.
Γιατί ο Montero δεν χρειάζεται να γίνει κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι. Χρειάζεται να μάθει πότε αυτό που είναι μπορεί να κάνει καλύτερους και τους υπόλοιπους.
Και αν το πετύχει, ο Ολυμπιακός δεν θα έχει αποκτήσει απλώς έναν ακόμη καλό σκόρερ. Θα έχει αποκτήσει έναν παίκτη που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αμυνθεί ο αντίπαλος.
Το μέλλον δεν παίζει μόνο στο τελευταίο δίλεπτο
Υπάρχει μία εικόνα που έχουμε δει αρκετές φορές στα ελληνικά γήπεδα. Μένουν δύο λεπτά. Η διαφορά έχει ξεπεράσει τους είκοσι πόντους. Ο προπονητής κοιτάζει προς τον πάγκο και καλεί έναν νεαρό Έλληνα παίκτη. Το κοινό χειροκροτεί. Ο νεαρός μπαίνει στο παρκέ, τρέχει δύο επιθέσεις, παίρνει ίσως ένα σουτ και επιστρέφει στα αποδυτήρια με μία ακόμη συμμετοχή στο βιογραφικό του.
Όμορφη στιγμή. Αλλά δεν είναι αυτό ανάπτυξη. Και σίγουρα δεν είναι ουσιαστικός αγωνιστικός ρόλος.
Ο Ολυμπιακός διαθέτει ένα ιδιαίτερα γεμάτο ρόστερ. Αυτό είναι πλεονέκτημα για την ομάδα, αλλά δημιουργεί ένα δύσκολο περιβάλλον για όσους προσπαθούν να καθιερωθούν. Το ερώτημα δεν είναι πόσοι Έλληνες βρίσκονται στην αποστολή. Είναι ποιοι μπορούν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη του προπονητή όταν το αποτέλεσμα δεν έχει ακόμη κριθεί.
Κώστας Παπανικολάου — Ο ρόλος που δεν χρειάζεται συστάσεις
Ο αρχηγός δεν συμμετέχει σε κάποια δοκιμασία καθιέρωσης. Έχει ήδη αποδείξει την αξία του. Η αμυντική του αντίληψη, η επικοινωνία, η εμπειρία και η δυνατότητα να λειτουργεί χωρίς να χρειάζεται πολλές κατοχές παραμένουν σημαντικά στοιχεία. Με τον Tyson Ward να προσφέρει διαφορετικές επιλογές, ο Κώστας Παπανικολάου δεν χρειάζεται να σηκώνει κάθε βράδυ το ίδιο βάρος. Η αξία του μπορεί να είναι μεγαλύτερη όταν χρησιμοποιείται εκεί όπου οι εμπειρίες και οι αμυντικές του αποφάσεις έχουν τη μεγαλύτερη σημασία.
Tyler Dorsey — Ας ασχοληθούμε με τη σεζόν που παίζεται
Ο Tyler Dorsey δεν είναι κάποιος νεαρός που περιμένει να του δοθεί μία ευκαιρία. Είναι καθιερωμένος επιθετικός παίκτης, με ικανότητα στο περιφερειακό σουτ και εμπειρία σε απαιτητικούς αγώνες. Η δική του πρόκληση είναι διαφορετική: πόσο αποτελεσματικά μπορεί να λειτουργεί δίπλα σε άλλους δημιουργούς; Πόσο σταθερή θα είναι η αμυντική του συγκέντρωση; Πόσο θα βοηθά όταν οι επιθετικές προσπάθειες δεν καταλήγουν στο δικό του σουτ; Αυτά είναι πραγματικά μπασκετικά ερωτήματα. Το τι θα συμβεί το επόμενο καλοκαίρι δεν μπορεί να είναι σημαντικότερο από το τι μπορεί να προσφέρει σήμερα.
Όμηρος Νετζήπογλου — Η πιο άμεση διεκδίκηση
Αν αναζητούμε έναν νεότερο Έλληνα που μπορεί να κερδίσει σταθερότερο ρόλο μέσα στη σεζόν, ο Όμηρος Νετζήπογλου έχει μια ενδιαφέρουσα ευκαιρία. Δεν χρειάζεται να ανταγωνιστεί τους βασικούς επιθετικούς πρωταγωνιστές στο σκοράρισμα. Χρειάζεται να γίνει αξιόπιστος στην πίεση στην μπάλα, στις αμυντικές περιστροφές, στην κίνηση χωρίς την μπάλα και στην εκτέλεση των απλών αποφάσεων. Ο ανταγωνισμός στην περιφέρεια είναι μεγάλος. Ακριβώς γι’ αυτό, ο δρόμος προς την καθιέρωση μπορεί να περνά από δέκα καλά λεπτά, όχι από μία εμφάνιση είκοσι πόντων.
Αντώνης Καραγιαννίδης — Η δυσκολότερη αποστολή
Ο Αντώνης Καραγιαννίδης έχει μπροστά του ένα εμπόδιο που δεν σχετίζεται αποκλειστικά με τις δυνατότητές του: τη γραμμή των ψηλών. Με τους Nikola Milutinov, Donta Hall και Tyrique Jones να διεκδικούν χρόνο, οι διαθέσιμες ευκαιρίες είναι περιορισμένες. Χρειάζεται συγκεκριμένη διαδρομή: αμυντική συνέπεια, αντοχή στις επαφές, σωστές τοποθετήσεις, συνεργασία με τους περιφερειακούς και αξιοποίηση των ευκαιριών στην GBL. Δεν χρειάζεται να γίνει από τώρα βασικός ψηλός της EuroLeague. Χρειάζεται να είναι έτοιμος όταν του ζητηθεί να βοηθήσει.
Νίκος Πλώτας — Η επένδυση πρέπει να αποκτήσει περιεχόμενο
Ο Νίκος Πλώτας βρίσκεται σε διαφορετική φάση. Για εκείνον, η ουσιαστική πρόοδος δεν θα κριθεί από μία εντυπωσιακή βραδιά, αλλά από τη συστηματική βελτίωση στη δημιουργία, στην ταχύτητα αποφάσεων και στην άμυνα. Χρειάζεται χρόνος με ευθύνη, με συγκεκριμένες αποστολές και με πραγματική δυνατότητα να κάνει λάθη και να μάθει από αυτά. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι να διαθέτεις έναν νεαρό παίκτη για το μέλλον και να μην του προσφέρεις αρκετό παρόν ώστε να φτάσει εκεί.
Γιώργος Μπουρνέλες — Πρώτα η εξέλιξη, μετά οι απαιτήσεις
Για τον Γιώργο Μπουρνέλε, η συζήτηση πρέπει να είναι ακόμη πιο υπομονετική. Η μετάβαση από το αναπτυξιακό μπάσκετ στις απαιτήσεις μιας κορυφαίας επαγγελματικής ομάδας δεν γίνεται επειδή ένας παίκτης συμπλήρωσε έναν συγκεκριμένο αριθμό συμμετοχών. Χρειάζεται αγωνιστική ωρίμανση, φυσική προσαρμογή και συνεχή δουλειά. Η παρουσία του στο δυναμικό του Ολυμπιακού είναι μία ευκαιρία, όχι λόγος για πρόωρες απαιτήσεις.
Ο Παπανικολάου και ο Dorsey έχουν ήδη πραγματικούς ρόλους. Από τους νεότερους, ο Νετζήπογλου έχει την πιο άμεση διαδρομή προς σταθερά συμπληρωματικά λεπτά στην GBL. Ο Καραγιαννίδης αντιμετωπίζει μεγαλύτερο ανταγωνισμό στη θέση του, ενώ οι Πλώτας και Μπουρνέλες χρειάζονται κυρίως ουσιαστικό χρόνο ανάπτυξης.
Το ελληνικό μπάσκετ δεν θα κερδίσει πολλά από νεαρούς παίκτες που απλώς φωτογραφίζονται δίπλα σε σπουδαίους συμπαίκτες. Θα κερδίσει όταν κάποιοι από αυτούς αρχίσουν να γίνονται απαραίτητοι.
Μη μας στερείτε τον θόρυβο
Ένα γήπεδο χωρίς κόσμο έχει έναν παράξενο ήχο. Ακούς τα παπούτσια στο παρκέ. Ακούς τον προπονητή. Ακούς τους παίκτες να φωνάζουν για τις αλλαγές στην άμυνα. Ακούς ακόμη και πράγματα που κανονικά χάνονται μέσα στη φασαρία.
Και όμως, κάτι λείπει.
Λείπει ο άνθρωπος που σηκώνεται όρθιος πριν φύγει η μπάλα από τα χέρια του σουτέρ. Λείπει εκείνος που διαφωνεί με την αλλαγή του προπονητή, ενώ τριάντα δευτερόλεπτα αργότερα θα παραδεχθεί ότι μάλλον είχε δίκιο.
Λείπει ο πατέρας που πήρε το παιδί του στο γήπεδο και ξέρει ότι κάποτε εκείνο θα θυμάται περισσότερο την εκδρομή παρά το αποτέλεσμα. Λείπει ο φίλος που σου στέλνει μήνυμα μετά από μία νίκη με 23 πόντους για να σου πει ότι δεν του άρεσε καθόλου η δεύτερη περίοδος. Αυτός ο τελευταίος, βέβαια, δεν λείπει ποτέ.
Υπάρχει κάτι όμορφο σε αυτή την παράλογη σχέση με μία ομάδα. Την αγαπάς, την κρίνεις, θυμώνεις μαζί της, τη δικαιολογείς μερικές φορές περισσότερο απ’ όσο πρέπει και άλλες φορές της ζητάς περισσότερα απ’ όσα μπορεί να δώσει. Και την επόμενη εβδομάδα είσαι πάλι εκεί.
Η προσωρινή έδρα του Ολυμπιακού, η Sunel Arena, αποτελεί μέρος μιας περιόδου αλλαγών. Αλλά το σημαντικότερο στοιχείο κάθε έδρας δεν είναι το όνομα στην πρόσοψη. Είναι οι άνθρωποι που τη γεμίζουν με μνήμη.
Το μπάσκετ χρειάζεται καλύτερα γήπεδα. Χρειάζεται οργάνωση, έσοδα, επενδύσεις και σύγχρονες εγκαταστάσεις. Χρειάζεται όμως και εκείνο το ανεξήγητο ανθρώπινο στοιχείο που δεν μπορείς να αγοράσεις ούτε να κατασκευάσεις.
Τον θόρυβο. Όχι τον θόρυβο των κοινωνικών δικτύων. Όχι τις ύβρεις, τις φήμες και τις ατελείωτες συζητήσεις για το ποιος θα φύγει το καλοκαίρι.
Τον άλλον θόρυβο. Εκείνον που γεννιέται όταν η μπάλα μπαίνει στο καλάθι και χιλιάδες άνθρωποι σηκώνονται ταυτόχρονα από τις θέσεις τους. Εκείνον που κάνει ένα γήπεδο να μοιάζει ζωντανό. Εκείνον που σου θυμίζει γιατί άρχισες να αγαπάς αυτή την ομάδα.
Γιατί, στο τέλος, οι φήμες θα ξεχαστούν. Οι τηλεοπτικές συζητήσεις θα αντικατασταθούν από άλλες. Τα πρωτοσέλιδα θα κιτρινίσουν.
Αλλά εκείνη η στιγμή που αγκάλιασες έναν άγνωστο στην εξέδρα επειδή μπήκε ένα μεγάλο σουτ; Αυτή θα μείνει.
Και γι’ αυτήν επιστρέφουμε πάντα.

