Υπάρχει μια μικρή παγίδα κάθε Σεπτέμβριο για όσους αγαπάμε το μπάσκετ λίγο περισσότερο απ’ όσο ίσως θα έπρεπε.
Περιμένεις μήνες να ξαναδείς τον Ολυμπιακό, περνάς ένα καλοκαίρι με μεταγραφές, φήμες, πεντάδες στο μυαλό, συζητήσεις για το ποιος θα παίζει με ποιον και πόσα λεπτά χωράνε τελικά σε ένα σαραντάλεπτο, και όταν επιτέλους έρχεται η πρώτη εικόνα θέλεις — σχεδόν απαιτείς — απαντήσεις.
Μόνο που τον Σεπτέμβριο οι απαντήσεις είναι συνήθως οι λιγότερο αξιόπιστες.
Μετά το 89-87 επί του Ερυθρού Αστέρα στη Λευκωσία, ο Γιώργος Μπαρτζώκας έκανε ίσως το πιο χρήσιμο πράγμα που μπορεί να κάνει ένας προπονητής σε αυτή τη φάση της χρονιάς: αρνήθηκε να μας βοηθήσει να ενθουσιαστούμε.
«Δεν είμαστε έτοιμοι. Έχουμε πολλά να βελτιώσουμε σε επίθεση και άμυνα.»
Δεν είναι ακριβώς η φράση που θα έβαζε το marketing πάνω σε μια αφίσα για τη νέα σεζόν.
Είναι όμως μια αρκετά τίμια περιγραφή της πραγματικότητας.
Και, αν αφήσουμε για λίγο στην άκρη το αποτέλεσμα, η πραγματική ιστορία αυτού του Ολυμπιακού βρίσκεται ακριβώς εκεί: όχι στο πόσο καλός μπορεί να είναι — αυτό το γνωρίζουμε περίπου από την ποιότητα του roster — αλλά στο πώς θα καταφέρει να γίνει αυτό που μπορεί να είναι.
Η απόσταση ανάμεσα στα δύο είναι ολόκληρη η σεζόν.
Ο Ολυμπιακός έχει πλέον περισσότερη δημιουργία, διαφορετικού τύπου guards, παίκτες που μπορούν να παράγουν κάτι όταν η επίθεση κολλάει. Αυτό ακούγεται αυτονόητα θετικό. Στο μπάσκετ όμως η πρόσθεση ταλέντου δεν οδηγεί πάντοτε σε αντίστοιχη πρόσθεση ποιότητας.
Μερικές φορές δημιουργεί καινούργιες εξισώσεις.
Ο Μπαρτζώκας έχει χτίσει εδώ και χρόνια ένα μπάσκετ στο οποίο η καλή κατοχή δεν ανήκει απαραίτητα σε εκείνον που την τελειώνει. Μπορεί να έχει αρχίσει από ένα screen στην αδύνατη πλευρά, να έχει περάσει από δύο πάσες, να έχει αναγκάσει την άμυνα να μετακινηθεί μισό μέτρο περισσότερο απ’ όσο ήθελε και τελικά να καταλήξει σε έναν παίκτη που απλώς βρίσκεται στο σωστό σημείο.
Τώρα πρέπει μέσα σε αυτή τη λογική να χωρέσει περισσότερη ατομική δημιουργία.
Και εδώ βρίσκεται μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αντιφάσεις της νέας ομάδας.
Ο Ολυμπιακός χρειάζεται τους δημιουργούς του ακριβώς επειδή μπορούν να σπάσουν τη δομή μιας άμυνας. Ταυτόχρονα, πρέπει να προσέξει ώστε αυτή η δυνατότητα να μη σπάσει τη δική του δομή.
Δεν πρόκειται για φιλοσοφική λεπτομέρεια.
Όταν έρθει η άνοιξη και απέναντι θα βρίσκεται μια άμυνα που θα γνωρίζει σχεδόν απ’ έξω τις πρώτες επιλογές σου, κάποιος θα πρέπει να δημιουργήσει εκεί όπου το σύστημα δεν βρήκε τη λύση. Αυτό έλειψε κατά περιόδους από προηγούμενες εκδοχές του Ολυμπιακού.
Το ζητούμενο είναι να αποκτήσει αυτή την απάντηση χωρίς να χάσει την ερώτηση που τον έκανε τόσο καλό όλα αυτά τα χρόνια: ποια είναι η καλύτερη απόφαση για την κατοχή και όχι ποιος είναι ο καλύτερος παίκτης για να την τελειώσει;
Στην άμυνα τα πράγματα είναι λιγότερο ποιητικά και περισσότερο σκληρά.
Εκεί δεν υπάρχει σχεδόν κανένα shortcut.
Μπορείς να αγοράσεις μέγεθος, αθλητικότητα, καλά πόδια και αμυντικό ένστικτο. Δεν μπορείς να αγοράσεις έτοιμη τη στιγμή στην οποία πέντε άνθρωποι γνωρίζουν χωρίς δεύτερη σκέψη ποιος βγαίνει στην μπάλα, ποιος καλύπτει το roll, ποιος κατεβαίνει από τη weak side και ποιος πρέπει να περιστραφεί στο επόμενο σουτ.
Αυτό χτίζεται.
Και συνήθως χτίζεται μέσα από λάθη που στα φιλικά μάς εκνευρίζουν, αλλά είναι προτιμότερο να γίνονται τώρα παρά όταν κάθε κατοχή θα έχει πραγματικό κόστος.
Υπάρχει, βέβαια, και κάτι ακόμη που κάνει τη φετινή διαδικασία διαφορετική.
Εμείς οι Ολυμπιακοί έχουμε αποκτήσει τα τελευταία χρόνια ένα κάπως επικίνδυνο προνόμιο: συνηθίσαμε την ομάδα να βρίσκεται εκεί.
Στα μεγάλα παιχνίδια. Στις μεγάλες βραδιές. Στη συζήτηση για το Final Four. Στην κουβέντα για το αν αυτή τη φορά θα φτάσει μέχρι το τέλος.
Και όταν συνηθίσεις να κοιτάζεις την κορυφή, αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο βλέπεις τη διαδρομή.
Το «καλός Ολυμπιακός» δεν μας αρκεί εύκολα πια.
Αυτό είναι ταυτόχρονα επίτευγμα και βάρος.
Γιατί η EuroLeague δεν απονέμει τίποτα για τη συνέπεια του Νοεμβρίου, ούτε για το όμορφο μπάσκετ του Ιανουαρίου, ούτε για το πόσες φορές μια ομάδα βρέθηκε κοντά. Κάποια στιγμή η διαφορά ανάμεσα στο «ήμασταν πάλι εκεί» και στο «το πήραμε» συμπυκνώνεται σε ελάχιστες κατοχές.
Ένα αμυντικό rebound.
Μια περιστροφή που άργησε.
Μια επίθεση μετά από timeout.
Ένα σουτ που ίσως δεν έπρεπε να γίνει.
Μια πάσα που έπρεπε.
Και αυτός είναι ο λόγος που το «έχουμε πολλά να βελτιώσουμε» του Μπαρτζώκα έχει ενδιαφέρον. Όχι επειδή αποκαλύπτει κάποιο πρόβλημα που δεν γνωρίζαμε, ούτε επειδή χρειάζεται να μετατρέψουμε ένα φιλικό του Σεπτεμβρίου σε δημοψήφισμα για τη σεζόν.
Αλλά επειδή θυμίζει ποια είναι πλέον η πραγματική απαίτηση.
Ο Ολυμπιακός δεν χρειάζεται απλώς να κατασκευάσει άλλη μία πολύ καλή ομάδα.
Έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να το κάνει.
Πρέπει να βρει εκείνες τις μικρές διαφορές που μετατρέπουν μια πολύ καλή ομάδα σε ομάδα που, όταν έρθουν οι δύο ή τρεις βραδιές στις οποίες τελικά κρίνεται μια ολόκληρη χρονιά, έχει μία περισσότερη σωστή απάντηση από τον αντίπαλο.
Το 89-87 της Λευκωσίας θα ξεχαστεί.
Και έτσι πρέπει.
Αν όμως τα πράγματα που είδε ο Μπαρτζώκας μέσα σε αυτό το 89-87 δεν ξεχαστούν, τότε το φιλικό θα έχει κάνει ακριβώς τη δουλειά για την οποία υπάρχει.

