Site icon

Board Room: Αυτα τα Franchises ειναι του διαβόλου

Το παρακάτω κείμενο είναι αφιερωμένο στον Γιώργο Λούρμα τον μοναδικό αναγνώστη της στήλης.

Η Euroleague και το Ελληνικό πρωτάθλημα ολοκληρώθηκαν και οι Ερυθρόλευκοι αφού μάζεψαν όλα τα ασημικά και πανηγύρισαν τους τίτλους  – σκόρπισαν στα 4 σημεία του ορίζοντα για διακοπές και ξεκούραση. Όσο όμως οι παίκτες και τα επιτελεία δικαίως ξεκουράζονται οι διεργασίες των Front & Back Offices της ομάδας συνεχίζονται. Κάπου εδώ το Board Room του RPG ξυπνάει από την χειμερία του νάρκη και επανέρχεται στις επάλξεις για να σχολιάζει τα δικά του ζητήματα.

Και το πιο σημαντικό ζήτημα που απασχολεί την επικαιρότητα τις τελευταίες ημέρες είναι η συζήτηση γύρω από τη μετατροπή των ομάδων της Euroleague σε «Franchises». Μάλιστα, η Euroleague, υπό την καθοδήγηση του νέου της CEO κ. Chus Bueno, βρίσκεται σε φάση μετάβασης, όπου οι 13 ομάδες-μέτοχοι (A-licence) θα μετατραπούν σταδιακά σε μόνιμα franchises, με σκοπό το πλήρες σύστημα να τεθεί σε ισχύ τη σεζόν 2027-28. Μάλιστα λέγεται ότι η πρόθεση τους είναι να προσφέρουν την δυνατότητα αγοράς Franchise άδειας σε ακόμα 11 ομάδες ώστε να φτάσουν τον στόχο των 24 ομάδων μέχρι τότε.

Ας δούμε όμως τι ακριβώς σημαίνει αυτό, πώς λειτουργεί σήμερα η Euroleague και ποια είναι τα πλεονεκτήματα αυτού του αμερικανικού τύπου μοντέλου σε σύγκριση με το ήδη υπάρχον.

Ουσιαστικά, μια εταιρεία Franchise στο επαγγελματικό μπάσκετ είναι μια εταιρεία που κατέχει ή εκμεταλλεύεται ένα σταθερό δικαίωμα συμμετοχής σε μια οποιαδήποτε λίγκα, δηλαδή κατέχει ένα “team operating right”, με εμπορική αξία, γεωγραφική αγορά, δικαιώματα brand/media και δυνατότητα μεταβίβασης υπό την έγκριση της λίγκας. Αυτό που μπερδεύει τον περισσότερο κόσμο είναι ότι εδώ δεν μιλάμε εδώ για κλασικό franchising model τύπου McDonald’s, αλλά για sports franchise model, όπως αυτό εφαρμόζεται στις κλειστές ή ημι-κλειστές επαγγελματικές αμερικανικές λίγκες.

Στη σημερινή Euroleague υπάρχει ήδη ένα υβριδικό μοντέλο franchise/licence: στο οποίο συμμετέχουν 18 “Clubs” ή εταιρείες, ανεξαρτήτως νομικής μορφής, που έχουν ομάδα με άδεια συμμετοχής. Τα Club αυτή την στιγμή διαχωρίζονται σε 2 κατηγορίες τα “Licensed Clubs” που συμμετέχουν μακροπρόθεσμα ενώ τα “Associated Clubs” συμμετέχουν ετήσια ή μέσω wild card. Το όλο οικοδόμημα διοικείται από την ECA που είναι η εταιρεία στην οποία μετέχουν οι αδειοδοτημένοι σύλλογοι και ορισμένες λίγκες. Η ECA χορηγεί τις 18 άδειες λειτουργίας ομάδων στη EuroLeague, αλλά το δικαίωμα συμμετοχής δεν μπορεί να μεταβιβαστεί ελεύθερα σε τρίτο χωρίς έγκριση της Γενικής της Συνέλευσης.

Διαφορά με τη σημερινή μορφή της EuroLeague

Η σημερινή μορφή βασίζεται κυρίως σε club licensing. Δηλαδή η ομάδα παραμένει υφιστάμενο σωματείο/εταιρεία/αθλητική οντότητα, υπογράφει σύμβαση με την Euroleague Properties, αποδέχεται τους κανονισμούς και αποκτά άδεια συμμετοχής. Στο Licensed Club Contract προβλέπεται άδεια συμμετοχής για 10 χρόνια, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται όλες οι υποχρεώσεις του club.

Αυτό που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι στο franchise model, η βασική αξία δεν εκπορεύεται μόνο από την αγωνιστική απόδοση της ομάδα ή την ιστορία της, αλλά από την ίδια την franchise θέση στη λίγκα. Η θέση είναι ένα εμπορικό asset που μπορεί να αποτιμηθεί, να χρηματοδοτηθεί, να ενεχυριαστεί, να μεταβιβαστεί ή να προσελκύσει επενδυτή με μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου. Και κυρίως δεν έχει χρονικό ορίζοντα – ο κάτοχος μπορεί να το κρατήσει για όσο χρονικό διάστημα επιθυμεί.

Πλεονεκτήματα μιας εταιρείας Franchise έναντι της σημερινής μορφής

Το πρώτο πλεονέκτημα είναι η μεγαλύτερη επενδυτική ασφάλεια. Ένας επενδυτής αποτιμά ευκολότερα μια franchise εταιρεία, επειδή το κεντρικό περιουσιακό στοιχείο της είναι το σταθερό δικαίωμα συμμετοχής σε μια κορυφαία λίγκα. Στη EuroLeague σήμερα η άδεια είναι σημαντική, αλλά παραμένει συνδεδεμένη με αυστηρούς όρους συμμόρφωσης, δυνατότητα ακύρωσης/αναστολής και περιορισμούς μεταβίβασης.

Το δεύτερο είναι η αυστηρότερη εταιρική διακυβέρνηση. Η σημερινή EuroLeague δέχεται clubs ανεξαρτήτως νομικής μορφής, κάτι που δημιουργεί ανομοιομορφία: άλλα είναι πολυαθλητικοί σύλλογοι, άλλα εταιρείες, άλλα συνδέονται με ισχυρούς μετόχους ή μητρικά σχήματα. Το franchise model θα επιβάλει ενιαία εταιρική μορφή, ενιαίο reporting, ξεκάθαρη μετοχική δομή και ανεξάρτητο basketball P&L.

Το τρίτο είναι η ευκολότερη προσέλκυση κεφαλαίων. Μια franchise εταιρεία με προβλέψιμα και σχετικά σταθερά league revenues, εμπορικά δικαιώματα και σταθερή θέση μπορεί να προσελκύσει funds, στρατηγικούς επενδυτές ή debt financing. Στη σημερινή δομή, οι ομάδες οφείλουν ήδη να δηλώνουν νομική μορφή, μετοχικό κεφάλαιο, shareholders, συμμετοχές και οικονομικά στοιχεία, όμως η οικονομική αξία του club συχνά εξαρτάται από τον ιδιοκτήτη ή τον πολυαθλητικό οργανισμό.

Το τέταρτο είναι η καλύτερη εμπορική εκμετάλλευση τοπικής αγοράς. Η EuroLeague ήδη χρησιμοποιεί κριτήρια όπως “territorial area”, ελάχιστο αριθμό θέσεων στο γήπεδο, ξενοδοχεία, αεροδρόμιο και εμπορικές προσδοκίες. Σε ένα franchise μοντέλο, η γεωγραφική αγορά θα μπορούσε να γίνει πιο θεσμικό περιουσιακό δικαίωμα, άρα να προστατεύεται καλύτερα από υπερκορεσμό και να συνδέεται με μακροχρόνια ανάπτυξη εισιτηρίων, χορηγίες, φιλοξενία και ΜΜΕ.

Το πέμπτο είναι η πειθαρχία στο κόστος πωληθέντων και στην αποτίμηση των συναλλαγών. Η EuroLeague ήδη εφαρμόζει Financial Stability and Fair Play κανόνες: απαγόρευση στην καθυστέρηση πληρωμών άνω των 45 ημερών, μη πτώχευση/αφερεγγυότητα, το όριο σωρευτικού ελλείμματος 10% του μέσου budget τριετίας, θετικά ίδια κεφάλαια από το 2025-26 και συμμόρφωση με Competitive Balance Standards. Μια franchise εταιρεία θα πρέπει να ενσωματώσει αυτά τα κριτήρια όχι μόνο ως κανονιστικές υποχρεώσεις, αλλά ως βασικές χρηματοοικονομικές ρήτρες λειτουργίας.

Το έκτο είναι η μεγαλύτερη ρευστότητα / μεταβιβασιμότητα. Σήμερα, η μεταβίβαση δικαιώματος συμμετοχής ή licence απαιτεί έγκριση της Γενικής Συνέλευσης, και η ακύρωση ή αναστολή της άδειας μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια δικαιώματος συμμετοχής ή και υποχρέωση πώλησης μετοχών ECA. Σε ένα franchise model, η μεταβίβαση θα είναι ελεγχόμενη από τη λίγκα, αλλά πιο προβλέψιμη, με προκαθορισμένη διαδικασία αποτίμησης και έγκρισης.

 Το βασικό συμπέρασμα

Η EuroLeague είναι ήδη κοντά σε μοντέλο franchise, επειδή έχει μακροχρόνιες άδειες, κλειστό αριθμό θέσεων, ECA μετοχική συμμετοχή, εμπορική κεντρικοποίηση και Financial Fair Play. Όμως δεν είναι πλήρες franchise model, επειδή η συμμετοχή παραμένει άδεια υπό όρους, και δεν είναι πλήρως αυτόνομη και διακριτά εταιρικό asset της ομάδας.

Άρα, μια “εταιρεία Franchise EuroLeague” θα είχε πλεονέκτημα κυρίως σε αποτίμηση, επενδυτική ελκυστικότητα, χρηματοδότηση, μεταβιβασιμότητα, εταιρική διαφάνεια και εμπορική ανάπτυξη. Το μειονέκτημα είναι ότι θα απαιτούσε αυστηρότερη κεντρική ρύθμιση, πιθανή απομάκρυνση από το ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο των συλλόγων και πιο έντονη σύγκρουση με τις εγχώριες λίγκες. Βέβαια όταν την ίδια στιγμή η FIBA διαπραγματεύεται κάτι αντίστοιχο με το ΝΒΑ όλο αυτό το επιχείρημα έχει ήδη απαξιωθεί.

Πώς επηρεάζει το Financial Fair Play το νέο μοντέλο των franchises;

Το Financial Fair Play δεν καταργεί το franchise model αντιθέτως το κάνει πιο “τραπεζικό”, ελεγχόμενο και αποτιμήσιμο. Δηλαδή, η αξία μιας EuroLeague franchise εταιρείας δεν θα προκύπτει πλέον μόνο από το brand, την αγορά και την άδεια συμμετοχής, αλλά και από το αν μπορεί να τηρεί σταθερά τους κανόνες οικονομικής βιωσιμότητας. 

 

  1. Έτσι η Euroleague franchise άδεια γίνεται “asset υπό προϋποθέσεις”

Σε ένα καθαρό franchise model, η θέση στη EuroLeague θα είχε μεγάλη εμπορική αξία. Όμως το FFP βάζει όρους στη διατήρηση αυτής της αξίας: η ομάδα δεν πρέπει να έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές άνω των 45 ημερών, δεν πρέπει να βρίσκεται σε πτώχευση/αφερεγγυότητα, δεν πρέπει να εμφανίζει σωρευτικό έλλειμμα τριετίας πάνω από 10% του μέσου budget της, πρέπει να παρουσιάζει θετικά ίδια κεφάλαια από τη σεζόν 2025-26 και πρέπει να συμμορφώνεται με τα Competitive Balance Standards.

Άρα το Euroleague franchise δεν θα είναι “απόλυτο ιδιοκτησιακό δικαίωμα” ala NBA, αλλά ρυθμιζόμενο περιουσιακό δικαίωμα.

Αυτό σημαίνει ότι η αξία του θα πέφτει αν η εταιρεία έχει ζημίες, χρέη, ασαφή χρηματοδότηση ή εξάρτηση από τον ιδιοκτήτη. Στο NBA, για να χάσει κάποιος το franchise του πρέπει να υποπέσει σε ακραία παραπτώματα (π.χ. ρατσιστική συμπεριφορά, όπως ο Donald Sterling παλαιότερα στους Clippers). Στην Ευρώπη λόγω της ύπαρξης διαφορετικών φορολογικών συστημάτων και της κουλτούρας των «ελλειμματικών προϋπολογισμών», η Euroleague έπρεπε να βάλει αυστηρές ρυθμιστικές δικλείδες. Και κάπως έτσι συνδυάζοντας το μοντέλο Franchise με το FFP η άδεια Euroleague franchise μετατρέπεται σε ένα asset που δεν αποσβένεται αλλά διαρκώς αποτιμάται:

Αν είσαι τυπικός: Η αξία του franchise σου (π.χ. 50 εκατ. ευρώ) παραμένει σταθερή ή ανεβαίνει, επειδή είσαι ασφαλής επενδυτικός προορισμός.

Αν όμως παραβιάζεις τους κανόνες (π.χ. χρέη άνω των 45 ημερών): Το asset σου υποτιμάται, διότι κουβαλάει μαζί του το ρίσκο ποινών (αφαίρεση βαθμών, registration ban) ή ακόμη και αποβολής. 

 

  1. Περιορίζει το μοντέλο “βάζει χρήματα ο ιδιοκτήτης και αγοράζει ανταγωνιστικότητα”

Το FFP πιέζει τις ομάδες να γίνουν πραγματικές επιχειρήσεις και όχι απλώς οχήματα χρηματοδότησης από έναν ισχυρό μέτοχο. Οι εισφορές μετόχων και οι συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη πρέπει να δηλώνονται, ενώ οι related-party συναλλαγές πρέπει να αποτιμώνται σε fair market value και δεν επιτρέπονται τεχνητές αυξήσεις εσόδων.

Αυτό είναι κρίσιμο στο franchise model, γιατί εμποδίζει μια ομάδα να “φουσκώσει” χορηγίες από εταιρείες του ιδιοκτήτη για να δικαιολογήσει μεγαλύτερο αγωνιστικό budget. Έτσι, το franchise γίνεται πιο αξιόπιστο για επενδυτές, αλλά λιγότερο ευέλικτο για ιδιοκτήτες που θέλουν να καλύπτουν ζημίες χωρίς περιορισμούς για … δικούς τους λόγους. Κάποιοι κακεντρεχείς θα έλεγαν και για ξέπλυμα χρήματος. 

 

  1. Συνδέει το μισθολογικό κόστος με τα πραγματικά έσοδα της λίγκας

Το νέο πλαίσιο των Competitive Balance Standards που εισήχθη αλλά δεν εφαρμόστηκε πέρυσι απαιτεί από κάθε club να προσαρμόζει τις συνολικές αμοιβές του roster του σε προκαθορισμένα επίπεδα. Αυτά τα επίπεδα βασίζονται στα μέσα συλλογικά έσοδα των Licensed Clubs ALCDR [1] και καθορίζει δύο ανώτατα όρια και ένα υποχρεωτικό ελάχιστο ποσό για καθαρές αμοιβές παικτών.

Για ένα franchise model αυτό σημαίνει ότι η ομάδα δεν σχεδιάζει πλέον το αγωνιστικό της κόστος μόνο με βάση την επιθυμία του ιδιοκτήτη, αλλά με βάση έναν league-wide οικονομικό δείκτη. Η λογική αυτή πλησιάζει περισσότερο σε “soft salary cap” παρά σε απλό FFP. 

 

  1. Δημιουργεί μηχανισμό αναδιανομής υπέρ των πιο πειθαρχημένων ομάδων

Αν μια ομάδα υπερβεί τα όρια BRL [2] ή HRL [3], ενεργοποιείται η Competitive Balance Compensation, δηλαδή οικονομική αποζημίωση που πληρώνουν οι υπερβαίνουσες ομάδες και κατανέμεται ισότιμα στις συμμορφούμενες ομάδες στο τέλος της σεζόν. Τα ποσά κλιμακώνονται ανάλογα με το πόσο υπερβαίνει η ομάδα το όριο.

Αυτό επηρεάζει άμεσα το franchise model, γιατί μετατρέπει την υπέρβαση του salary budget σε οικονομικό κόστος στρατηγικής επιλογής. Μια πλούσια franchise μπορεί να ξοδέψει περισσότερο, αλλά θα πληρώσει “competitive balance tax” που ενισχύει τις πιο συνετές ομάδες. 

 

  1. Αυξάνει τη διαφάνεια και την επενδυτική αποτίμηση

Οι ομάδες θα πρέπει να υποβάλλουν οικονομικές καταστάσεις, δηλώσεις, στοιχεία συμβολαίων και δεδομένα μέσω της CBS Platform [4], η οποία χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό εσόδων, ορίων αμοιβών και συμμόρφωσης.

Για έναν επενδυτή, αυτό είναι θετικό. Μια franchise με καθαρά έσοδα, ελεγμένα έξοδα, περιορισμένο χρέος και συμμόρφωση FFP αποτιμάται υψηλότερα. Αντίθετα, μια ομάδα με “κρυφές” υποχρεώσεις, αμφισβητούμενες χορηγίες ή εξάρτηση από μη επαναλαμβανόμενες εισφορές μετόχων θα έχει μειούμενη αποτίμησή. 

 

  1. Κάνει τις κυρώσεις μέρος του επιχειρηματικού ρίσκου

Το FFP μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο το budget, αλλά και την ίδια την αξία του franchise. Οι κυρώσεις για παραβάσεις περιλαμβάνουν προειδοποίηση, πρόστιμο έως 280.000 ευρώ, απώλεια άλλων οικονομικών δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων ψήφου, προσωρινό ή μόνιμο αποκλεισμό από τις διοργανώσεις της ECA, αφαίρεση νικών, απαγόρευση εγγραφής νέων παικτών/προπονητών, περιορισμό δαπανών παικτών και περιορισμό εισφορών μετόχων ή related parties.

Αυτό σημαίνει ότι στο νέο μοντέλο, το FFP λειτουργεί σαν regulatory risk covenant. Αν η ομάδα παραβιάζει τους κανόνες, δεν κινδυνεύει απλώς με πρόστιμο· κινδυνεύει να μειωθεί η αγωνιστική της δυναμική, η εμπορική της αξία και η ελκυστικότητα του franchise.

 Το Financial Fair Play κάνει το franchise model της EuroLeague πιο ώριμο, αλλά και πιο αυστηρό. Τα βασικά του αποτελέσματα είναι:

  1. αυξάνει την αξία των υγιών και διαφανών ομάδων,
  2. μειώνει την εξάρτηση από ανεξέλεγκτη χρηματοδότηση ιδιοκτητών,
  3. συνδέει το salary budget με τα πραγματικά έσοδα της λίγκας,
  4. επιβάλλει κόστος στις ομάδες που υπερβαίνουν τα όρια,
  5. προστατεύει τη μακροχρόνια βιωσιμότητα της διοργάνωσης.

Xωρίς FFP, το franchise model θα μπορούσε να γίνει αγώνας πλούσιων ιδιοκτητών όμως μαζί με το FFP, γίνεται επενδυτικό μοντέλο ελεγχόμενης ανάπτυξης, όπου η οικονομική αξία του franchise εξαρτάται από έσοδα, διακυβέρνηση, συμμόρφωση και οικονομική πειθαρχία.

Σημειώσεις:

 [1] ALCDR = Average Licensed Club’s Defined Revenues.

Είναι ο μέσος όρος των “καθορισμένων εσόδων” των Licensed Clubs της EuroLeague και αποτελεί τη βασική αριθμητική βάση πάνω στην οποία υπολογίζονται τα όρια αμοιβών των Competitive Balance Standards: LRL, BRL και HRL.

Πώς υπολογίζεται

Η EuroLeague παίρνει τα LCDR των licensed clubs, δηλαδή τα έσοδα που αναγνωρίζονται για τους σκοπούς του κανονισμού, και υπολογίζει μέσο όρο. Όμως, για να μη στρεβλώνεται ο αριθμός από ακραίες περιπτώσεις, αφαιρείται η υψηλότερη και η χαμηλότερη τιμή από κάθε βασική κατηγορία εσόδων:

Κατηγορία Περιεχόμενο
Game revenues εισιτήρια, season tickets, game day έσοδα, F&B, parking
Commercial revenues χορηγίες, διαφημίσεις, league distributions, merchandising, media/digital rights
Non-operating revenues youth programmes, transfers εκτός EuroLeague, δημόσια έσοδα

 Τι δεν μετράει ή περιορίζεται

Δεν μπαίνει οποιοδήποτε έσοδο αυτόματα στο ALCDR. Ο κανονισμός προβλέπει ότι έσοδα εκτός των ρητά αναφερόμενων κατηγοριών εξαιρούνται, οι συναλλαγές με related parties πρέπει να αποτιμώνται σε fair market value, στα multisport clubs μετρούν μόνο τα άμεσα έσοδα του basketball department, τα transfer revenues άνω του €1 εκατ. εξαιρούνται και τα public sector revenues πάνω από 25% του revenue budget δεν λαμβάνονται υπόψη.

 Σε ποια περίοδο βασίζεται

Για τις σεζόν 2025-26 και 2026-27, το ALCDR υπολογίζεται με rolling three-season average: audited accounts των T-1 και T-2 σεζόν και τα πιο πρόσφατα budgets της T season.

Από τη σεζόν 2027-28, περνά σε rolling two-season basis: audited accounts της T-1 season και το πιο πρόσφατο budget της T season.

 Γιατί είναι σημαντικό

Το ALCDR είναι ο “πολλαπλασιαστής” του salary framework:

Όριο Υπολογισμός
BRL 40% του ALCDR
HRL 60% του ALCDR από το 2027-28
LRL 30%-32% για Licensed Clubs, χαμηλότερα για Associated Clubs

Το ALCDR είναι ο μέσος, κανονιστικά καθαρισμένος τζίρος των licensed clubs. Όσο ανεβαίνει το ALCDR, ανεβαίνουν και τα επιτρεπόμενα salary levels. Όσο πέφτει ή περιορίζεται, πιέζονται τα budgets. Είναι δηλαδή η γέφυρα ανάμεσα στα πραγματικά έσοδα της λίγκας και στο πόσα μπορούν να ξοδεύουν οι ομάδες για παίκτες.

[2] BRL = Base Remuneration Level.

Είναι το βασικό ανώτατο όριο καθαρών αμοιβών παικτών που μπορεί να διαθέσει κάθε ομάδα της EuroLeague για τους παίκτες που είναι δηλωμένοι στη διοργάνωση, αφού αφαιρεθούν οι επιτρεπόμενες εξαιρέσεις του Article 12. Εφαρμόζεται ενιαία σε όλα τα EuroLeague clubs.

Πώς υπολογίζεται

Το BRL ορίζεται ως ποσοστό του ALCDR — Average Licensed Club’s Defined Revenues, δηλαδή του μέσου όρου των καθορισμένων εσόδων των licensed clubs. Το ALCDR υπολογίζεται αφού αφαιρεθούν οι υψηλότερες και χαμηλότερες τιμές ανά κατηγορία εσόδων, ώστε να μη στρεβλώνεται ο μέσος όρος από ακραίες περιπτώσεις.

Για τις βασικές σεζόν εφαρμογής:

Σεζόν BRL
2025-26 40% του ALCDR
2026-27 40% του ALCDR
2027-28 και μετά 40% του ALCDR

Για την πρώτη μεταβατική τριετία, το BRL δεν μπορεί να πέσει κάτω από €8 εκατ. καθαρά ανά club.

Τι μετρά μέσα στο BRL

Στο BRL υπολογίζονται, μεταξύ άλλων:

Επίσης, οι ατομικές μεταβλητές αμοιβές υπολογίζονται στο BRL και στο HRL, ακόμη και αν δεν επιτευχθούν, εφόσον προβλέπονται στο συμβόλαιο.

 Τι εξαιρείται από το BRL

Οι βασικές εξαιρέσεις είναι:

Εξαίρεση Επίδραση στο BRL
U23 Player Exception Εξαιρείται πλήρως η αμοιβή U23 παικτών
Extended Tenure Player Exception Αφαιρείται 25% της αμοιβής παίκτη με πάνω από 3 σεζόν στο ίδιο club
Anchor Player Exception Έως 2 παίκτες μπορούν να εξαιρεθούν πλήρως από το BRL
Long-Term Unavailability Exception Εξαιρείται το επιτρεπόμενο κόστος αντικαταστάτη μακροχρόνια απόντος παίκτη
Mid-Range Exception Εξαιρείται πλήρως ένας παίκτης εντός συγκεκριμένου εύρους αμοιβής

 Τι συμβαίνει αν μια ομάδα ξεπεράσει το BRL

Δεν υπάρχει αυτόματος αποκλεισμός. Η ομάδα πληρώνει Competitive Balance Compensation προς τις compliant ομάδες.

Υπέρβαση BRL Χρέωση
0-10% πάνω από BRL €0,50 ανά €1 υπέρβασης
10-30% €0,75 ανά €1
30-50% €1 ανά €1
Κάθε επιπλέον 20% πάνω από 50% +€1 ανά €1

Το BRL είναι το “soft salary cap” της EuroLeague. Δεν απαγορεύει απόλυτα σε μια πλούσια ομάδα να ξοδέψει παραπάνω, αλλά κάνει την υπέρβαση ακριβή και αναδιανεμητική. Στο franchise model, το BRL λειτουργεί σαν μηχανισμός που προστατεύει την οικονομική ισορροπία της λίγκας χωρίς να εξισώνει πλήρως όλα τα budgets.

[3] HRL = High Remuneration Level.

Είναι το ανώτερο “high spending” όριο καθαρών αμοιβών παικτών στα Competitive Balance Standards της EuroLeague. Σε αντίθεση με το BRL, το HRL είναι το πιο υψηλό όριο και “πιάνει” τις ομάδες που ξοδεύουν πολύ πάνω από τον μέσο όρο της λίγκας.

Ορισμός

Το HRL καθορίζει το μέγιστο καθαρό ποσό που μπορεί να διαθέσει ένα club για τις αμοιβές όλων των παικτών του roster στη EuroLeague, αφού εφαρμοστούν συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Ισχύει ενιαία για όλα τα EuroLeague clubs.

 Πότε εφαρμόζεται

Σεζόν HRL
2025-26 Δεν υπάρχει όριο
2026-27 Δεν υπάρχει όριο
2027-28 και μετά 60% του ALCDR

Το HRL ενεργοποιείται από τη σεζόν 2027-28 και έχει ελάχιστο επίπεδο €12 εκατ. καθαρά.

Ποια είναι η διαφορά HRL και BRL

Το BRL είναι το βασικό soft cap, στο 40% του ALCDR.

Το HRL είναι το ανώτερο soft cap, στο 60% του ALCDR από το 2027-28.

Η βασική διαφορά είναι ότι στο BRL μπορούν να εξαιρεθούν έως δύο Anchor Players, ενώ στο HRL οι Anchor Players μετράνε. Δηλαδή μια ομάδα μπορεί να “κρύψει” δύο πολύ ακριβούς παίκτες από το BRL, αλλά όχι από το HRL.

 Εξαιρέσεις από το HRL

Από το HRL εξαιρούνται κυρίως:

Εξαίρεση Επίδραση
U23 Player Exception εξαιρείται πλήρως η αμοιβή U23 παικτών
Extended Tenure Player Exception αφαιρείται 25% για παίκτες με πάνω από 3 σεζόν στο ίδιο club
Long-Term Unavailability Exception εξαιρείται το επιτρεπόμενο κόστος αντικαταστάτη μακροχρόνια απόντος παίκτη
Mid-Range Exception εξαιρείται ένας παίκτης εντός συγκεκριμένου εύρους αμοιβής

Οι Anchor Players εξαιρούνται από το BRL, αλλά όχι από το HRL.

Τι γίνεται αν μια ομάδα ξεπεράσει το HRL

Δεν υπάρχει αυτόματος αποκλεισμός όμως η ομάδα πληρώνει Competitive Balance Compensation:

Υπέρβαση HRL Χρέωση
0-10% πάνω από HRL €0,50 ανά €1 υπέρβασης
10-30% €1 ανά €1
30-50% €1,50 ανά €1
Κάθε επιπλέον 20% πάνω από 50% +€1 ανά €1

Αν μια ομάδα ξεπεράσει και το BRL και το HRL, πληρώνει μόνο το υψηλότερο από τα δύο ποσά αποζημίωσης.

Το HRL είναι το “πολυτελές όριο” της EuroLeague. Επιτρέπει σε μεγάλα clubs να έχουν υψηλότερο payroll, αλλά από το 2027-28 βάζει φρένο στις ακραίες μισθολογικές δαπάνες. Στο franchise model, λειτουργεί σαν luxury tax ceiling: δεν απαγορεύει την υπέρβαση, αλλά την κάνει ακριβή και αναδιανεμητική.

[4] Η CBS Platform είναι το κεντρικό ψηφιακό εργαλείο της EuroLeague για την εφαρμογή των Competitive Balance Standards.

Είναι η πλατφόρμα μέσα από την οποία η EuroLeague:

  1. υπολογίζει τα έσοδα LCDR των licensed clubs,
  2. παρακολουθεί αν κάθε ομάδα τηρεί τα Remuneration Levels — LRL, BRL, HRL,
  3. καταχωρεί τα συμβόλαια παικτών,
  4. καταχωρίζει early terminations, transfers, loans και active sporting rights,
  5. δέχεται τις τυποποιημένες οικονομικές καταστάσεις και δηλώσεις των clubs.

Άρα δεν είναι απλώς “λογιστικό ERP”. Είναι το operating system του salary-control μηχανισμού της EuroLeague.

Τι περνάει μέσα από την CBS Platform

Πρακτικά, κάθε ομάδα θα πρέπει να ανεβάζει:

Δεδομένα Γιατί έχει σημασία
Οικονομικές καταστάσεις Υπολογισμός LCDR και ελέγχος FFP
Δηλώσεις συμμόρφωσης Απόδειξη ότι τηρούνται τα financial criteria
Συμβόλαια παικτών Υπολογισμός καθαρών αμοιβών roster
Image rights / benefits / bonuses Έλεγχος πραγματικού player cost
Agent fees Προσμέτρηση στο remuneration level
Signing bonuses / transfer fees Επιμερισμός στο συμβόλαιο
Early termination agreements Υπολογισμός locked ή residual remuneration
Transfer και loan agreements Καταγραφή κόστους και δικαιωμάτων
Active sporting/economic rights Έλεγχος μετά από deregistration παίκτη

Η πλατφόρμα συνδέεται άμεσα με το Article 14, όπου προβλέπεται ότι κάθε registered player μετρά στα remuneration levels και ότι νέα ή τροποποιημένα συμβόλαια πρέπει να υποβάλλονται και να επικυρώνονται από την EuroLeague Basketball.

Γιατί είναι κρίσιμη

Η CBS Platform δημιουργεί real-time ή near real-time compliance monitoring. Δηλαδή η EuroLeague δεν περιμένει απλώς το τέλος της χρονιάς για να δει αν μια ομάδα ξέφυγε. Μπορεί να βλέπει πώς κάθε νέο συμβόλαιο, λύση συμβολαίου, μεταγραφή ή δανεισμός επηρεάζει το BRL, HRL και πιθανή Competitive Balance Compensation.

Επίσης, η EuroLeague εφαρμόζει μέσα από τα υποβληθέντα στοιχεία τις αναγκαίες Financial Fair Play adjustments, ώστε οι υπολογισμοί των LCDR και remuneration levels να είναι σύμφωνοι με τους κανονισμούς. Αν ένα club θεωρεί ότι έγινε λάθος στον υπολογισμό, μπορεί να προσφύγει στη Management Control Commission εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση· η MCC εκδίδει δεσμευτική αιτιολογημένη απόφαση εντός 30 ημερών.

 Θέμα εμπιστευτικότητας

Τα στοιχεία που ανεβαίνουν στην CBS Platform είναι εξαιρετικά ευαίσθητα: μισθοί, bonus, image rights, agent fees, εμπορικά έσοδα, transfer fees και οικονομικές δηλώσεις. Γι’ αυτό ο κανονισμός προβλέπει role-based security model, δηλαδή διαφορετικά δικαιώματα πρόσβασης για EuroLeague και clubs ως προς αποθήκευση, τροποποίηση, προβολή ή διαγραφή δεδομένων.

Η CBS Platform είναι το εργαλείο που μετατρέπει το Financial Fair Play από θεωρητικό κανονισμό σε καθημερινό μηχανισμό ελέγχου. Για ένα franchise model, λειτουργεί σαν κεντρικό compliance dashboard: δείχνει πόσο μπορεί να ξοδέψει η ομάδα, ποιο κόστος έχει ήδη “κλειδώσει”, αν υπερβαίνει τα όρια και αν κινδυνεύει με Competitive Balance Compensation ή περαιτέρω έλεγχο.

Article 14

Στο πλαίσιο των EuroLeague Financial Stability and Fair Play Regulations, το Article 14 – Submission of Players Contracts and Active Rights ρυθμίζει πώς δηλώνονται τα συμβόλαια παικτών και τα ενεργά δικαιώματα ώστε να υπολογίζονται σωστά τα όρια αμοιβών των CBS, δηλαδή LRL, BRL και HRL.

Κάθε παίκτης που δηλώνεται για συμμετοχή στη EuroLeague μετράει στα Remuneration Levels της ομάδας. Άρα, η εγγραφή ενός παίκτη δεν είναι μόνο αγωνιστική διαδικασία· είναι και οικονομικό γεγονός που καταλαμβάνει “salary space” στο CBS σύστημα.

Για να εγγράψει παίκτη, το club πρέπει να καταθέσει όλα τα απαιτούμενα έγγραφα σύμφωνα με τους EuroLeague Regulations και τα ισχύοντα framework agreements. Μετά την επικύρωση επαγγελματικού συμβολαίου από την Company, η εγγραφή ισχύει για όλη τη διάρκεια του συμβολαίου και η σχετική αμοιβή δεσμεύει χώρο στο Remuneration Level της ομάδας.

Αν ομάδα και παίκτης:

τότε πρέπει να υποβληθεί νέα καταχώριση συμβολαίου με τα υποστηρικτικά έγγραφα. Οι νέοι όροι ισχύουν για σκοπούς EuroLeague μόνο αφού επικυρωθούν από την Euroleague Basketball.

 Αν υπάρξει πρόωρη λύση συμβολαίου, το club πρέπει να υποβάλει στην Company το early termination agreement κατά την αποδέσμευση του παίκτη, μαζί με τους οικονομικούς όρους διακανονισμού, την ημερομηνία λύσης και τα σχετικά αποδεικτικά.

Αν υπάρχει transfer ή loan agreement μεταξύ clubs, αυτό πρέπει να υποβληθεί κατά την εγγραφή του παίκτη. Αν και τα δύο clubs συμμετέχουν σε Euroleague Basketball competitions, τότε και τα δύο οφείλουν να υποβάλουν τις σχετικές συμφωνίες.

Κατά την αποδέσμευση παίκτη, η ομάδα πρέπει επίσης να δηλώσει τυχόν Active Sporting Rights ή Economic Rights που εξακολουθούν να ισχύουν υπέρ της. Δηλαδή, αν η ομάδα κρατά κάποιο δικαίωμα επί μελλοντικής μεταγραφής, οικονομικής αποζημίωσης ή αθλητικού ελέγχου, αυτό πρέπει να δηλωθεί.

Το Article 14 αποτρέπει “κρυφά” ή μη δηλωμένα salary commitments. Για ένα club σημαίνει ότι κάθε συμβόλαιο, option, λύση, δανεισμός ή retained right πρέπει να είναι πλήρως δηλωμένο και επικυρωμένο, αλλιώς ο υπολογισμός των BRL/HRL μπορεί να είναι λανθασμένος και να δημιουργήσει κίνδυνο παράβασης του FFP.

Με απλά λόγια το Article 14 είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει κάθε κίνηση roster σε καταγεγραμμένη οικονομική υποχρέωση μέσα στο CBS σύστημα.

Exit mobile version