“…H ζωή δεν είναι αυτή πoυ έζησε κανείς, αλλά αυτή πoυ θυμάται και όπως τη θυμάται για να την αφηγηθεί…”
Gabriel García Márquez
Chapter I: H ΣΤΙΓΜΗ
-“Μπαμπά μπαμπα φαίνεται το Καραϊσκάκη”.
Το ταξί είχε κολλήσει στην κίνηση πλησιάζοντας στο φωταγωγημενο γήπεδο. Δεν νομίζω να έχει υπάρξει στην παγκόσμια ιστορία πιο σημαντική κούρσα για ένα ταξί από αυτή που μεταφέρει ένα μικρό Ολυμπιακό, για πρώτη φορά στο ιερό γήπεδο του Θρύλου. Στο ταξί αυτό έλαχε η μοιρα να μείνει χαραγμένο για πάντα στις πιο μαγικές αναμνήσεις ενός παιδιού.
-“Μπαμπά μπαμπά πλησιάζουμε, ακούγονται οι οπαδοί μας”
Ήθελα να γυρίσω να κοιτάξω τα μάτια του αλλά δεν ήθελα να με δει δακρυσμένο… Ήθελα να του μιλήσω για το Καραϊσκάκη, όμως ένας κόμπος έπνιξε το λαιμό μου… Ήθελα να του εξηγήσω, ότι σε όλη μου τη ζωή έχω υπάρξει περισσότερο χρόνο Ολυμπιακός. Περισσότερο χρόνο από γιος, φίλος, αδελφός. Περισσότερο χρόνο από σύζυγος ή πατέρας. Έχω υπάρξει Ολυμπιακός για όλο το χρόνο μου, για όλη μου τη ζωή… Για πάντα και για περισσότερο από τα πάντα. Δεν κατάφερα και πάλι να βγάλω ήχο, να βγάλω αέρα από το στήθος μου Και τώρα συνοδεύω τον γιο μου για πρώτη φορά σε αυτό που θα αποτελεί για πάντα “τη στιγμή” για αυτον. Οχι μια απλή στιγμή. Η ΣΤΙΓΜΗ. Ο ερυθρόλευκος τόπος και χρόνος που εκπορεύονται και συναντιούνται όλα τα συναισθήματα και οι αναμνήσεις. Ήθελα να του μιλήσω για όλα αυτά, ήθελα να να να να αλλά ήμουν τόσο βουρκωμενος που δεν μπόρεσα να πω τίποτα. Καλύτερα. Θα τα ζούσε όλα μόνος του. Τα δικά του συναισθήματα τις δικές του αναμνήσεις, τη δική του Ιστορία. Μια ακόμη μοναδική ερυθρόλευκη αφήγηση της ζωής. Το ταξί είχε φτάσει στον προορισμό του. Σήκωσα αργά το βλέμμα, κοίταξα το γήπεδο, τα μάτια του μικρού, το ιερό μας σήμα. Και τότε λύγισα…
– Μιχάλη είναι η σειρά σου να γράψεις για τον Ολυμπιακό..
– Μόνος; Δεν μπορώ να γράψω μόνος..
– Ξεκίνα, εγώ είμαι εδώ..
Μα από πού ακούστηκε αυτός ο διάλογος; Ποιος είναι αυτός που μου ζητάει να γράψω κάτι για τον Ολυμπιακό;
-“Μπαμπά γρήγορα πρέπει να μπούμε νωρίς στο γήπεδο”
Η φωνή του μικρού με επανέφερε στην πραγματικότητα. Προχώρησα προς το γήπεδο κρατώντας του σφιχτά το χέρι. Έτρεμε ολόκληρος. Καταλάβαινα. Μόνο εγώ μπορούσα να καταλάβω. Περάσαμε μπροστά από το μνημείο. Στάθηκα λίγο. Θυμήθηκα τον Παναγιώτη… Ένα ακόμα δάκρυ μου ξέφυγε; Μα που στην ευχή βρέθηκαν τόσα δάκρυα απόψε; Περάσαμε τον έλεγχο και αρχίσαμε να ανεβαίνουμε τα σκαλιά. Και τότε έγινε και η ερώτηση που δεν έπρεπε να γίνει.
-“Μπαμπά εσύ γιατί έγινες Ολυμπιακός;”
Περπάτησα λίγο ακόμα στάθηκα στη είσοδο της θύρας και πλέον φάνηκε μπροστά μας ο αγωνιστικός χώρος, οι κερκίδες, ο κόσμος μας. Σόρρυ, ο κόσμος και ο Ο ΚΟΣΜΟΣ μας. Ξανακοίταξα τον μικρό. Αν αξίζει κανείς να ζήσει για λίγα λεπτά όλα κι όλα σε τούτη γη είναι για να δει αυτό το βλέμμα στο πρόσωπο ενός παιδιού. Δεν μπορεί να περιγραφεί, εξηγηθεί ή κατανοηθεί. Και δεν χρειάζεται. Είναι το βλέμμα που του αξίζει ενός λεπτού σιγή. Του την παραχώρησα.
Κατεβήκαμε τα σκαλιά, καθίσαμε στις θέσεις μας. Ευτυχώς η γρήγορη απόφαση μου να μπούμε στο γήπεδο αμέσως έκανε τον μικρό να ξεχάσει την ερώτηση του.
-“Μπαμπά δεν μου απάντησες”.
Τζιφός. Κοίταξα το ρολόι. Το παιχνίδι θα ξεκινούσε σε 40 λεπτά. Κούνησα το κεφάλι μου σχεδόν μοιρολατρικά. Μετά έπιασα το χέρι του και το σήκωσα προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.
-“Γιάννη εκεί είναι το λιμάνι του Πειραιά. Κλείσε τα μάτια σου. Θα κάνουμε ένα μικρό ταξίδι και θα σου πω μια ιστορία σαν παραμύθι” Έκλεισα και τα δικά μου βλέφαρα…
Chapter II. Origin world
Η κάμαρα ήταν μικρή, βρώμικη, μ’ ένα παράθυρο που’ βλεπε στο λιμάνι. Ο Νότης ο Καμπερος σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, ύστερ’ από λίγων ωρών ανήσυχο ύπνο. Κοίταξε το ρολόι: έξι και δέκα 10/3/25. Ζήτημα αν κοιμήθηκε τέσσερες ώρες, μέσα σε ξαφνιάσματα, βραχνάδες και ταχυκαρδίες.
Καθώς στάθηκε ορθός, του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και τον ζάλισε. Ήταν η κούραση, ο εκνευρισμός, ο κακός ύπνος. Όλη τη νύχτα προσπαθούσε να σκεφτεί ένα όνομα. Τίποτα από του ήρθαν στο μυαλό δεν του ταίριαζε τίποτα δεν του άρεσε. Ο Μέρμηγκας, ο Μανούσκος, ο Σκλιάς και οι άλλοι φίλοι περίμεναν απόψε στου Μοίρα επιτέλους το όνομα. Για μια στιγμή, ένιωσε την καρδιά του άρρυθμη, τα πόδια του κομμένα. Θόλωσαν τα μάτια του. Προχώρησε σκουντουφλώντας κι άνοιξε το παράθυρο.
Ο Πειραιάς ήταν βυθισμένος στο σκοτάδι. Πίσω από την Πειραϊκή, μόλις άρχιζε να χαράζει η αργοπορεμένη ανοιξιάτικη αυγή∙ κάτι σαν ασπρουλό ξεθώριασμα στο κατράμι της συννεφιάς. Κι έβρεχε, έβρεχε η ίδια ψιλοβροχή, που είχε αρχίσει από τα μεσάνυχτα. Κάτω στον δρόμο, ακουγόταν η περπατησιά των εργατών του λιμανιού και των εργοστασίων , που βιάζονταν να παν στη δουλειά τους. Που και που καμιά κουβέντα αντηχούσε, ξεκάθαρη μες στην ησυχία. Στη γωνιά ένας σαλεπιτζής, περίμενε υπομονετικά τους πελάτες του. Το μικρό φανάρι του έδινε λάμψη στη λάσπη του πεζοδρομίου. Ακούμπησε το καυτό μέτωπό του στο ψυχρό τζάμι κι ατένιζε το κοιμισμένο λιμάνι. Ντύθηκε και κατέβηκε γρήγορα στο δρόμο
-“Μπαμπά ποιος είναι αυτός ο κύριος;”
– “Θα τον ακολουθήσουμε Γιάννη και θα δεις. Κράτα μου σφιχτά το χέρι”.
Ο Νότης Καμπέρος δεν συλλογιόταν τίποτα αλλά παρά μόνο το όνομα. Κοίταζε τον ουρανό, τα νερά του λιμανιού, τα βαπόρια, που άρχιζαν να ξεχωρίζουν μες στο ερχόμενο φως. Ένα ρυμουλκό σφύριξε∙ μια τσιμινιέρα στεφανώθηκε άσπρη στήμη∙ δυο μαούνες έσχιζαν με νωχέλεια τα σταχτωπά νερά. Είχε πια μεσημεριάσει και περπατούσε στην προκυμαία. μαζευόταν κόσμος, χαμάληδες, βαρκάρηδες, ναυτικοί, μαουνιέρηδες, αλήτες κι άλλοι άνθρωποι του λιμανιού, σκοτεινόχρωμοι, κακοσουλούπωτοι, νωθροί, βρεμένοι ως το κόκαλο, πουντιασμένοι. Άγιοι και υπερήφανοι. Ηττημένοι μα δυνατοί. Ο Πειραιάς είναι η σημαντικότερη πόλη του πλανήτη γιατί είναι η πόλη αυτή που έχει διδάξει την φτώχεια και την υπερηφάνεια. Period.
Βράδιασε. Ο Καμπέρος έφτασε στην ταβέρνα του Μοίρα που τον περίμεναν οι φίλοι του σκυθρωπός. Είχε στερέψει εντελώς από ιδέες και σε λίγα λεπτά έπρεπε να δώσει το όνομα για τον καινούργιο αθλητικό σύνδεσμο κι εμείς, πατέρας και γιος, οι παράξενοι ταξιδιώτες στο χρόνο τον ακολουθήσαμε σαν υπνωτισμένοι. Οι πρώτες νότες από το μπουζούκι και το μπαγλαμαδάκι πλημμύρισαν την ταβέρνα. Όλη η παρέα μαζεμένη εκεί. –
-“Καλώς τον νονό, εσένα περιμέναμε” τον υποδέχτηκαν γελώντας.
Τον Καμπέρο τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Ο Μανούσκος σηκώθηκε όρθιος χτυπώντας το ποτήρι του με ένα πηρούνι, ζητώντας ησυχία. Άρχισε να μιλάει “Κύριοι, αδέλφια μου, έφτασε η στιγμή που περιμέναμε. Θέλω να κάνω αυτόν τον σύνδεσμο φιλάθλων που δημιουργούμε σήμερα μεγάλο. Πολύ μεγάλο. Τόσο πολύ, που να σκεπάσει ολόκληρο τον Πειραιά». Εγώ και ο μικρός / μικροί λαθρεπιβάτες λοιπόν, στο τρένο της ιστορίας μπροστά στη μαγική στιγμή της γέννησης. Κοίταξα το χώρο τους και τους θαμώνες. Κάπου δίπλα στους Ανδριανόπουλους νόμιζα πρόσεξα να κάθεται ο Γουλανδρής και παραδίπλα ο Σωκράτης. στο δίπλα τραπέζι νομίζω ότι κάθονταν τα αδέλφια οι Αγγελόπουλοι μαζί με τον Στίβενσον, τη Δάρα και τον Γιαννιώτη. Απέναντι τους ο Βλοντάκης, ο Αφρουδάκης, ο Τριανταφυλλιδης. Μπροστά στην πίστα Ο Μιζούρι, ο Μπέμπης, ο Αναστόπουλος, ο Ζιοβανι. Ο Βασιλης ο Σπανούλης. Όλοι εκεί. Ο Μανούσκος συνέχισε, “Συνιστᾶται ἐν Πειραιεῖ ὑπό τόν τίτλον…” Όλα τα μάτια γύρισαν στον Καμπερο “υπό τιτλον επαναλαμβάνω …” Τίποτα. Τη σιωπή έσπασε ενας απόκοσμος αμανές. Ένας έφηβος σηκώθηκε να χορέψει ένα ζειμπέκικο. Αχχχ αυτός ο αμανές είναι μια πολύ προσωπική υπόθεση. Δεν μπορείς να τον διδάξεις. Το “αμάν” που βγαίνει μέσα από την ψυχή του ανθρώπου είναι κάτι τελείως προσωπικό, δικό του. Λέει κάτι για τον ίδιο. Διότι μιλάμε για το αμάν της ψυχής, της καρδιάς, αλλά και ενός ολόκληρου λαού στην περίπτωση αυτή, το αμάν ενός ενός φτωχού αλλά περήφανου λαού που ξέρει τη ζωή και τον θάνατο. Από το στόμα της τραγουδίστριας βγήκαν οι πρώτοι στίχοι:
” …Όταν γεννιέται ο άνθρωπος , ένας καημός γεννιέται…”
Ο Καμπέρος κοιτούσε σαν χαμένος την παρέα που περίμενε το όνομα. Ορκίζομαι ότι είδα τον γιο μου να τρέχει εκείνη τη στιγμή να του ψιθυρίζει κάτι στο αυτί, κάτι που ερχόταν από το μέλλον κάτι που ερχόταν έξω από το χρόνο, κάτι που ερχόταν από όλους μας που ζήσαμε κοντά σε αυτό τον σύνδεσμο για 100 χρόνια.
-“υπό τιτλον επαναλαμβάνω..” ακούστηκε ξανά απογοητευμένος ο Μανούσκος
-“ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ“ φώναξε ο Καμπέρος
Ολυμπιακός κύριοι. Η πιο ωραία λέξη που δημιούργησε ο άνθρωπος από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του σε αυτή τη γη.
Ο Ολυμπιακός που γεννήθηκε βγαλμένος από την ψυχή σαν αμανές . Ο Ολυμπιακός. Σαν τον άνθρωπο που όταν γεννιέται, γεννιέται μαζί και ένας καημός.
Ο Ολυμπιακός γεννήθηκε μαζί με το ρεμπέτικο όχι τυχαία.
Αυτά τα δύο πάνε μαζί ξεκίνησαν την ίδια εποχή από τον Πειραιά και λατρεύτηκαν από τους φτωχούς και κατατρεγμένους όλης της χώρας ο Θρύλος τους έδωσε περηφάνια, και το Ρεμπέτικο παρηγοριά.
“Ο φακίρ φουκαράς βρήκε Θεό και Τροπάρι”
“Οι άνθρωποι χωρίς στον ήλιο μοίρα, οι αδύναμοι αυτού του τόπου, που χάνουν κάθε μέρα από το αφεντικό, τον σπιτονοικοκύρη, τον αστυφύλακα, τον ισχυρό και τον καπάτσο, άκουσαν επιτέλους κάποιους να ψέλνουν τα βάσανα και τη χαμοζωή τους και είδαν τη θεϊκή ομαδάρα τους να παίρνει εκδίκηση για πάρτη τους νικώντας κάθε Κυριακή τις ομάδες των ισχυρών και των προνομιούχων. Όπου φτωχός, Ρεμπέτικο και Ολυμπιακός“.
Και μεγάλωσε ο Ολυμπιακός μας κυρ Μανούσκο μας. Όσο δε φαντάζεσαι. Ο περήφανος έφηβος μας και τον Θεό όρθιο τον προσκυνάει. Κι έγινε Θρύλος. Μόνο για το Ολυμπιακό αξίζει να λέγεται αυτή η λέξη. Κι έγινε ο Ολυμπιακός κοινωνικό φαινόμενο όχι απλά σύνδεσμος. Και έγινε μοίρα και πεπρωμένο. Κι έγινε πόνος και αίμα και απώλεια…
Ο μικρός άνοιξε τα μάτια του. Το παιχνίδι ήταν έτοιμο να ξεκινήσει. “Μπαμπά κατάλαβα … Αλλά γιατί είπες ότι ο Ολυμπιακός έγινε μοίρα, πεπρωμένο και πόνος;”
Chapter III. Η θυσία
Αυτή την απάντηση μικρέ δεν μπορώ να στη δώσω. Σε αυτό το ταξίδι δε θα σε πάρω μαζί. Όχι. Δεν το αξίζει αυτό να το δει καμία παιδική ψυχή. Ο παγκόσμιος χρόνος στις 8/2 υπήρξε λειψός και σακάτης. Αυτά τα ματωμένα σκαλιά θα τα ανέβω μόνος, θα συναντήσω με το βλέμμα μου όλες αυτές τις 21 ψυχές ψάχνοντας την μια, τον Παναγιώτη. Εκείνο το 12 χρόνο αγόρι, που γνώρισα στα 5 χρόνια της ζωής μου που μου έμαθε τα πρώτα συνθήματα του Ολυμπιακού. Το αγόρι αυτό που μου έμαθε τους παίκτες της ομάδας. Που μου εξήγησε τι είναι το Καραϊσκάκη… Εκεί που πέταξε ψηλά τυλιγμένος με την ερυθρόλευκη σημαία. Τον θυμάμαι πάντα τεράστιο, λεβέντη, ώσπου τελικά στις μνήμες μου έγινε άγγελος και θεός. Μεγαλώνοντας πάντα έβλεπα στον ύπνο ότι έτρεχα στις σκάλες, εκείνες τις καταραμένες σκάλες και τον τραβούσα και τον έσωζα. Ήταν ο πρώτος που γλίστρησε, ο πρώτος που ξεψύχησε… Ο μικρότερος. 14 ετών.
Δεν έχω δει ποτέ από τότε ξανά παιχνίδι της ομάδας χωρίς να σκεφτώ ότι ο Παναγιώτης είναι δίπλα μου. Ορκίζομαι ότι στο γκολ του Ελ Κααμπι ήρθε δίπλα μου και με αγκάλιασε. “Μιχάλη λογικό ρε είναι να μας λυτρώσει Αιγύπτιος. Από τον άγιο Νείλο θα είναι”
Καλή αντάμωση αδελφέ … Nα μου φιλάς τον Κυρ Γιάννη…
– “Μιχάλη γράψε για τον Ολυμπιακό εδώ είμαι μαζί σου”.
– “Δε μπορώ μόνος..”
Μα ποια είναι η φωνή που με προστάζει να γράψω;
Ο Αριστείδης ο Εύλογος, Ο Νίκος ή κάποιος άλλος φίλος από το Red Point Guard;
Μήπως ο γιος μου, ο πατέρας μου, ο Παναγιώτης από εκεί ψηλά;
Chapter IV. Το πραγματικό Ερυθρόλευκο σύμπαν.
Το πρώτο παιχνίδι του Ολυμπιακού που θα ήταν θεατής ο μικρός γιος μόλις έχει ξεκινήσει. Δεν πήρε απάντηση στην τελευταία ερώτηση. Δεν υπάρχουν απαντήσεις για όλα. Θα τα καταλάβει όλα μόνος του με τα χρόνια . Μεγαλώνουμε άλλωστε και μεγαλώνει και ο Ολυμπιακός μέσα μας. Μας τρέφει και εμείς τον κουβαλάμε. Και ακριβώς το τεράστιο μέγεθος του δημιουργεί και τεράστια συναισθήματα. Κανένας άλλος οπαδός στον κόσμο δεν μπορεί να νιώσει αυτό που νιώθουμε εμείς οι Ολυμπιακοί.
Κοίταξα για μια φορά ακόμα το πρόσωπο του Γιάννη δίπλα μου. Θέλω να την κρατήσω αυτή την ανάμνηση ζωντανή μέχρι να φύγω. Για την ακρίβεια θέλω να είναι η ακριβώς τελευταία που θα μου έρθει στο μυαλό σε αυτόν τον κόσμο. Του χάιδεψα το κεφάλι. Είδα εμένα μικρό παιδί και δίπλα τον συγχωρεμένο τον πατέρα μου. Είδα τον γείτονα μου τον γαύρο. Είδα τους φίλους μου τους Ολυμπιακούς. Είδα όλους τους προηγούμενους γαύρους και όλους τους επόμενους. Είδα τον 14χρονο Παναγιώτη να μου χαμογελάει.
-“Μιχάλη γράψε κάτι για τον Ολυμπιακό...”
Τη γνώρισα τη φωνή. Είναι η φωνή μου. Μια φωνή διαφορετική όμως που έρχεται από το μέλλον μου και από το παρελθόν μου ταυτόχρονα. Γιατί ο Ολυμπιακός ανήκει στο πάντα. Και μιλάει μέσα από όλους εμάς τους γαύρους σε κάθε χρόνο σε κάθε στιγμή. Του ανήκουμε και μας ανήκει.
Έκλεισα για λίγο πάλι τα μάτια μου και προσπάθησα να ταξιδέψω στο πραγματικό Ερυθρόλευκο σύμπαν. Ναι. Υπάρχει κάπου ένα σύμπαν που ο Καμπέρος, ο Μανούσκος και οι Ανδαρινόπουλοι πανηγυρίζουν το γκολ του Ελ Κααμπι. Υπάρχει ένα σύμπαν που ο Μουράτης ανεβασμένος σε ένα στύλο της ΔΕΗ συζητάει με τον Δαρίβα για το κυριακάτικο παιχνίδι. Υπάρχει ένα σύμπαν που ο Στίβενσον, η Δάρα κλπ έχουν φτάσει τα 100 πρωταθλήματα σερί. Που ο Βλοντάκης σηκώνει το 10 ευρωπαϊκό. Υπάρχει ένα σύμπαν που ο Σωκράτης με τον Γουλανδρή τσακώνονται για το ποιος έφτιαξε την καλύτερα ομάδα.
Υπάρχει ένα σύμπαν στο οποίο ο Μπούκοβι δεν έφυγε.
Υπάρχει ένα σύμπαν στο οποίο ο Βίλντε δεν τραυματίστηκε ποτέ.
Υπάρχει ένα σύμπαν που ο Κορνίλιους και ο Γιούλ αστόχησαν και ο Ελευθερόπουλος μπλόκαρε την μπάλα.
Υπάρχει ένα σύμπαν που ο Σπανούλης έμεινε για πάντα 30 ετών
Σε αυτό το ερυθρόλευκο σύμπαν ο εκτελεστής του Γόδα δεν πυροβόλησε
Σε αυτό το ερυθρόλευκο σύμπαν οι φύλακες έχουν ξεκλειδώσει έγκαιρα τις καγκελένιες πόρτες στη θύρα 7.
Σε αυτό το σύμπαν οι 21 οπαδοί έζησαν, μεγάλωσαν και έφεραν τα παιδιά τους στο Καραϊσκάκη …
Σε αυτό το ερυθρόλευκο σύμπαν θα πάντα το μικρό παιδί που ανεβαίνω με έκσταση τα τσιμεντενια σκαλιά του Καραϊσκάκη. Θα είμαι πάντα α το μικρό παιδί που δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή δεν θα ξεχάσω ποτέ το δάκρυ του πατέρα μου.
Υπάρχει ένα σύμπαν, ένα ερυθρόλευκο σύμπαν που δεν θα ξεχάσω ποτέ την απάντηση του πατέρα όταν ρώτησα “Μπαμπά, γιατί έγινες Ολυμπιακός;”
Σας καλώ απόψε το βράδυ να κλείσετε για ένα λεπτό όλοι τα μάτια σας και να είστε σίγουροι, θα ταξιδέψετε και εσείς σε αυτό το ερυθρόλευκο σύμπαν.
Χρόνια πολλά στο θρύλο μας.
Χρόνια πολλά στις ψυχές μας.
Αφιερωμένο σε όσους αγάπησαν τον Ολυμπιακό στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Μα λίγο περισσότερο στους γιούς του Μάικ του Τσάρλι και του Νικ που τα έφερε η μοίρα να βαπτιστούν τη σεζόν των 100 ετών. Μακάρι να βλέπουν το θρύλο παντα μεγάλο να μην τον χωράει όλη η γη

