Η τελευταία παρουσία

Τέταρτο Final-4 σε 6 χρόνια λοιπόν και άλλος ένας τελικός, μετά από άλλη μία αξέχαστη βραδιά απέναντι στην CSKA. Ένας τελικός απέναντι στη Fener, στην έδρα της, με 12.000 Τούρκους στο πλευρό της. Μια Fener που, μπορεί να έχει γίνει πια δύναμη με τα δύο συνεχόμενα Final-4 και τον coach Οbradovic στον πάγκο αλλά, αυτό που της λείπει και θέλει ξεκάθαρα πια είναι η κούπα.

552BBF33-4E4F-498F-A103-FE5EF5D2BCE3

Ξεκίνημα στην άμυνα με τον Σπανούλη να ξεκινάει πάνω στον Bogdanovic και όχι πάνω στο αντίπαλο 3άρι (δηλαδή τον Kalinic), όπως συχνά είχαμε δει μέσα στη σεζόν. Ωστόσο, έχει εξήγηση αυτή η απόφαση. Βλέπετε, οι αλλαγές που χρησιμοποίησε ο coach Bullet έδειχναν ότι θέλει να αποφυγεί πιθανό early post του Kalinic απέναντι στον Βασίλη και, αντίθετα, δεν τον ενοχλούσε να ξεκινήσει πάνω στον Bogdanovic, ο οποίος είναι δεδομένο ότι θα έπαιρνε screen, είτε μακριά από τη μπάλα είτε ως χειριστής, κάτι που θα έκανε τον Billy να αλλάξει και να μη βρίσκεται απέναντι του, όταν αυτός θα έκλεινε τις επιθέσεις. Όλα αυτά μέχρι το σημείο που ο Βασίλης έκανε το 2ο του foul, περίπου στα μισά της πρώτης περιόδου. Σε αυτό το σημείο πέρασε ο Μάντζαρης πάνω στον Σέρβο και ο Billy πάνω στον Dixon.

4275FF8A-9B68-11EA-9A94-1619C90FE93B

Πάμε και στο ζουμί όμως. Τις περισσότερες φορές η μπάλα κατέβαινε με τον Dixon σαν πρώτο χειριστή, καθώς ήταν αυτός θα πήγαινε στο πλάι για να ξεκινήσει η διαδικασία εμπλοκής του Bogdanovic στο play. Αυτό γινόταν με διαγώνιο screen (ή και stagger κάποιες φορές) από τη baseline μέχρι την κορυφή, όπου και γινόταν αποδέκτης της μπάλας. Εκεί δεχόταν το pick από τον έναν ψηλό ενώ ο άλλος θα προσπαθούσε κάποιο pindown για τον Dixon. Αν τίποτα από αυτά δεν έβγαινε (δηλαδή ούτε επιλογή από το pick n roll ούτε προοπτική για σουτ από τον Dixon) γινόταν αποδέκτης της μπάλας ο Udoh, με πλάτη στο καλάθι περίπου στα 4 μέτρα και πλάγια. Σ’ εκείνο το σημείο οι παίχτες της Fener έμπαιναν σε μια δεύτερη φάση, με τον Udoh να λειτουργεί ως δημιουργός και να διαβάζει την άμυνα για να βρει επιλογή.

Όπως είπαμε πριν, ο coach Σφαιρόπουλος είχε αποφασίσει να πάει σε πολλές αλλαγές, κι όταν λέμε πολλές δεν εννοούμε σε αριθμό αλλά στον τρόπο που αυτές έρχονταν ανάλογα την πορεία της επίθεσης της Fener, αλλά και τους εμπλεκόμενους. Έτσι, στην πρώτη κίνηση του Bogdanovic για να πάρει την μπάλα συχνά ερχόταν η πρώτη αλλαγή, αν ο Βασίλης κόλλαγε στο screen. Αν αυτή η αλλαγή γινόταν από τον Birch τότε είχαμε triple switch, με τον Πρίντεζη να μπαίνει στην εξίσωση και τον Σπανούλη να καταλήγει και πάλι σε miss match, με κάποιον από τους Vesely-Udoh. Αν η μπάλα περνούσε στο post η άμυνα έκλεινε στη ρακέτα και συχνά γινόταν double team, από κάποιον από τους κοντούς μας, με αποτέλεσμα να υπήρχε μια σχετικά εύκολη (κυρίως για τον Udoh) πάσα στην αδύνατη πλευρά. Αυτό ήταν ένα ρίσκο που φάνηκε να παίρνει εσκεμμένα ο coach, αφού ο παίχτης που έδινε αυτή τη βοήθεια ήταν σχεδόν πάντα ο παίχτης που θα είχε ξεμείνει στο μαρκάρισμα του Kalinic, ο οποίος μέχρι εκείνο το βράδυ σούταρε με περίπου 30% από το τρίποντο με μόλις 2 εκτελεσμένες προσπάθειες ανά παιχνίδι. Ένα ρίσκο που δυστυχώς δε βγήκε αφού ο Σέρβος ξεκίνησε με 3/3 τρίποντα, με σχεδόν ίδιο τρόπο από την αδύνατη πλευρά, για να τελειώσει με 4/6 συνολικά και να γίνει x-factor στην εξέλιξη του match.

Στο επόμενο play βλέπουμε την ίδια συνθήκη, με τον Σπανούλη να μένει στον Udoh, την άμυνα να κλείνει στη ρακέτα και τον Udoh να βλέπει την πάσα στην άλλη πλευρά για το πέναλτι του Dixon.

Παράλληλα, το ρίσκο των αλλαγών και των συνεχόμενων miss-match έφερε και πολλές ανισορροπίες στη διεκδίκηση των αμυντικών μας rebound, με αποτέλεσμα ήδη από την πρώτη περίοδο η Fener να μετράει 8 πόντους από 4 επιθετικά της rebound.

Στην άλλη πλευρά του παρκέ, όσο ο Μάντζαρης κατέβαζε την μπάλα τόσο ο Σπανούλης έπαιρνε τα γνωστά κάθετα screen από τη baseline, για να βγει στην κορυφή και να παίξει pick n roll. Αν ο Παπανικολάου είχε προλάβει να πάρει την μπάλα στο πλάι, τότε έμπαινε και ο Μάντζαρης στην ίδια φάση με τον Σπανούλη. Έτσι στηνόταν το ίδιο stagger από Πρίντεζη – Birch για δύο παίχτες, συνεχόμενα, με σκοπό να μπερδέψει λίγο παραπάνω την άμυνα των γηπεδούχων. Βασικός στόχος αυτού ήταν, φυσικά, να πάρει την μπάλα ο Σπανούλης, με λίγο περισσότερο χώρο απ’ότι συνήθως, αφού τις περισσότερες φορές ,μέχρι να φτάσει να πάρει την μπάλα, ο παίχτης που τον μάρκαρε τον ακουλουθούσε χωρίς ν’ αλλάξει.

B2914949-B037-4F18-81AF-E1F82E49D6DB

Αυτό βεβαίως άλλαζε με την μπάλα στα χέρια του Σπανούλη, όπου είχαμε αλλαγή στο screen. Γι αυτό το λόγο ο αρχηγός προσπαθούσε τις περισσότερες φορές να γίνει αποδέκτης της μπάλας στο πλάι, ώστε να πάει σε side pick n roll και από εκεί να βρει το miss match, χωρίς να πρέπει να σκεφτεί τις πολύ περισσότερες βοήθειες που μπορούν να δοθούν, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, από τον κεντρικό διάδρομο. Αντίστοιχα, αν εκείνος κατέβαζε την μπάλα προσπαθούσε να χτυπήσει κατευθείαν με side pick n roll.

Στη δεύτερη περίοδο, και αφού η second unit είχε περάσει στο παρκέ, επιθετικά δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα για τον Ολυμπιακό. Ρόλο Μάντζαρη είχε αναλάβει ο Waters, ο οποίος έβαζε την μπάλα στο παρκέ, με τον Milutinov στο low post και τον Αγραβάνη στο high. Ο Green προσπαθούσε συνήθως να τρέξει παράλληλα με την baseline για να πάρει το screen από τον Αγραβάνη και να υποδεχτεί την μπάλα στην άλλη πλευρά, ψάχνοντας από εκεί σαν πρώτη επιλογή το ποστάρισμα του Milutinov, o οποίος για τα δεδομένα της εποχής έκανε, ίσως, την πρώτη του καλή εμφάνιση σε παιχνίδι τέτοιας σήμασίας.

Στην άμυνα, αυτό που έκανε ο Obradovic στην αρχή των επιθέσεων του ήταν να δώσει την μπάλα στον Udoh ψηλά, βάζοντας του υπόλοιπους 4 σε κίνηση. Με τον Νιγηριανό center να έχει ήδη 3 assist από το πρώτο δεκάλεπτο, θέλησε να εκμεταλλευτεί την ικανότητά του σε δημιουργία και να βρει σκορ από κάποιο κόψιμο σε πρώτο χρόνο.

Αν αυτό δεν έβγαινε τότε, εκτός από την επιλογή του pick n roll, ο χειριστής (Σλούκας) έψαχνε το σουτ από τα πλευρά του Datome μετά από κάποιο pindown, είτε ακόμα και το ποστάρισμά του αν είχε προηγηθεί αλλαγή στην άμυνα, που θα τον έφερνε σε πλεονεκτική θέση.

Με την αλλαγή όμως του Udoh, και τον Vesely να περνάει πια καθαρά στη θέση 5, ο Σφαιρόπουλος αποφάσισε να αλλάξει εν μέρει την άμυνα του. Με τον Waters να βρίσκεται μόνιμα στην μπάλα, οι υπόλοιποι 4 βρίσκονταν σε διάταξη box (2 στα elbow και 2 στα post) παίζοντας μια μορφή ζώνης. Με αυτόν τον τρόπο θέλησε να μην επιτρέψει το pick n roll Σλούκα-Vesely, έχοντας παράλληλα καλές βοήθειες στο close-out και, τέλος, με τον Young να βρίσκεται στο ύψος των βολών να εκμεταλλευτεί τα χέρια του, για show and recover σε οποιαδήποτε απειλή προς τη ρακέτα.

Αυτή η άμυνα ανάγκασε τον Obradovic να επαναφέρει τον Udoh 3 λεπτά μετά στο παρκέ, για να φέρει και πάλι τον Ολυμπιακό σε man2man διάταξη, χωρίς να αλλάζει ωστόσο στα screen, αλλά να συνεχίζει με το show and recover. Με τους δυο ψηλούς όμως ταυτόχρονα στο παρκέ η Fener βρίσκει καλά πλάγια screen, μακριά από τη μπάλα, για καλύτερη εκτέλεση.

Ο Ολυμπιακός, με την ταυτόχρονη παρουσία Σπανούλη-Green στο παιχνίδι είχε την ευκαιρία να αποπροσανατολίσει την άμυνα των Τούρκων, οι οποίοι δεν μπορούσαν πια να εστιάσουν στον έναν από τους δύο. Παρόλα αυτά ο coach Σφαιρό δεν το εκμεταλλεύτηκε, καθώς αντιμετώπιζε με σχεδόν ίδιο τρόπο τους δύο παίχτες δίνοντας στην ουσία τα ίδια plays, και τις ίδιες πρώτες περιστροφές, στους δύο ερυθρόλευκους. Έτσι ο Σπανούλης έβαζε συνήθως την μπάλα στο παρκέ, για να ακολουθήσει το ξεμαρκάρισμα του Green και αυτός να δεχθεί το screen ψηλά για να εκτελέσει. Αν δεν έβρισκε άμεση εκτέλεση τότε η μπάλα θα ξαναπήγαινε στον Σπανούλη, για να αποφασίσει, με λίγα δευτερόλεπτα πριν εκπνεύσει το 24άρι. Παράλληλα, η στατικότητα των υπολοίπων όταν Σπανούλης και Green έπαιζαν pick n roll, ήταν άλυτο πρόβλημα στα πρώτα 20 λεπτά.

Παρόλα αυτά, με τη βοήθεια κάποιων σουτ από Πριντέζη – Μάντζαρη – Green και την καλή άμυνα της δεύτερης περιόδου το ημίχρονο έκλεισε στο -5 (39-34).

0DE702C4-9B67-11EA-AE05-0EF9B1BE607F

Με το ξεκίνημα του δεύτερου ημιχρόνου ο Σφαιρόπουλος θέλησε να αιφνιδιάσει τον Ζέλικο, ξεκινώντας με μια άμυνα ζώνης, όπου ο Μάντζαρης έμενε στην μπάλα και οι άλλοι τέσσερις σε διάταξη box. Όμως η επιλογή του Βαγγέλη να δώσει πλευρά στον Dixon έδωσε και ένα μάλλον εύκολο τρίποντο στη Fener. Έτσι, από την επόμενη κιόλας φάση, γυρίσαμε στις αλλαγές. Όταν δε αυτές γίνονταν μετά από screen στον Σπανούλη, και δεν ακολουθούσε κατευθείαν πάσα μέσα, πηγαίναμε σε triple switch.

Επιθετικά, το μοτίβο με τη σπανούλια κίνηση συνεχίστηκε, αυτό που άλλαξε όμως ήταν ότι ο Ολυμπιακός προσπαθούσε πλέον σταθερά να πάει σε δεύτερη περιστροφή, βγάζοντας ουσιαστικά την μπάλα από τα χέρια του Σπανούλη και δίνοντάς την στον Μάντζαρη ή στον Παπανικολάου, για να συνεχιστεί η ροή με ακόμη ένα screen στο πλάι. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να βρούμε περισσότερους χώρους (και με την άμυνα προσαρμοσμένη στον Βασίλη) και με κάποια σουτ του Μάντζαρη, συν κάποιες close-out επιλογές του Παπανικολάου, καταφέραμε να μειώσουμε στους 4 (46-42).

Παράλληλα, το step up του Milutinov σ’ εκείνο το match ήταν αξιοσημείωτο και πλέον, εμφανώς, η μπάλα ακουμπούσε σε αυτόν σχεδόν σε κάθε φάση, με τον ίδιο να φαίνεται αρκετά πιο άνετος στο να ψάξει την πάσα στην πλάτη του, σε πρώτο χρόνο, αλλά φυσικά και να τελειώσει φάσεις στο low post.

Στο σημείο που ο Ολυμπιακός μείωσε ο Οbradovic έκανε την κίνηση ματ. Πέρασε στο παιχνίδι τον Σλούκα, ως καθαρό οργανωτή χωρίς άλλο guard δίπλα του. Έτσι, με τους Kalinic – Datome στα φτερά, ο Ολυμπιακός είχε ξεκάθαρο έλλειμμα μεγέθους στην άμυνα. Η Fener προσπάθησε να ποστάρει τον Σέρβο με κάθε ευκαιρία, ψάχνοντας το miss-match του Σπανούλη ή του Μάντζαρη, και όσο η άμυνα έκλεινε στη ρακέτα για να προστατέψει αυτή τη συνθήκη, οι Τούρκοι έβρισκαν χώρο για ελεύθερα σουτ στην περίμετρο. Έτσι, με σερί 11-0 η διαφορά έφτασε στο +13.

Ο Σφαιρόπουλος, απάντησε στο σχήμα του Οbradovic με τους δύο Παπ, για να ισοφαρίσει το μέγεθος στην άμυνα και να μπορέσει να παίξει καλύτερα τις αλλαγές. Επιθετικά όμως αυτό δεν βοήθησε καθόλου, αφού ο Σπανούλης ήταν πια ο μοναδικός πόλος δημιουργίας, με την άμυνα της Fener να αλλάζει παντού δείχνοντας ότι πρώτο της (και μοναδικό ίσως) μέλημα ήταν να κόψει την οποιαδήποτε προϋπόθεση για δημιουργία του αρχηγού του Ολυμπιακού. ‘Με αυτόν τον τρόπο ο Ζέλικο μπορεί να ρίσκαρε με την αλλαγή ακόμα και στη θέση 5, ωστόσο ο Ολυμπιακός επωφελήθηκε μόλις δύο φορές σε όλη την περίοδο από αυτή τη συνθήκη.

Eδώ βλέπουμε και πάλι την οδηγία Obradovic, με τον Udoh να μένει πάνω στον Σπανούλη για να του κόψει οπτικό πεδίο για δημιουργία ή και εκτέλεση, τον Bogdanovic να μαρκάρει τον Birch και την άμυνα της Fener να κλείνει στη ρακέτα, με την πάσα να περνάει στο ζωγραφιστό.

Eδώ ένα πολύ ωραίο play από τον Obradovic. Ο Σπανούλης περιμένει ότι θα δεχθεί screen και, με την οδηγία των αλλαγών, μένει λίγο πιο εύκολα πίσω, για να μπορέσει ν’αλλάξει. Όμως με το που περνάει ο Σλούκας, ο Bogdanovic κάνει το slip δίνοντας όλο το χώρο στον Σλούκα να φτάσει στο καλάθι, κι όταν έρχεται η βοήθεια η πάσα στον ελεύθερο πια Datome είναι εύκολη υπόθεση.

Επιθετικά, όσο δεν βρίσκαμε τη γρήγορη πάσα μέσα, μετά την αλλαγή του πενταριού, τόσο βραχυκυκλώναμε στην πορεία της επίθεσης. Η αλλαγή είχε γίνει στην άμυνα της Fener παρόλα αυτά, επιλέγαμε κι άλλο screen στη μπάλα, κάτι που έδινε την ευκαιρία στην τουρκική να επανέλθει στο αρχικό μαρκάρισμα, και μέχρι να το καταλάβουμε όλο αυτό φτάναμε στο τέλος των επιθέσεών μας.

Οι βοήθειες στην άμυνά μας δίνονταν πολλές φορές τόσο αχρείαστα που δημιουργούσαν συνθήκη εκτέλεσης για τη Fener. Έτσι κι έδω ο Aγραβάνης αποφασίζει να πάει σε βοήθεια από τη δυνατή πλευρά στην ουσία, ενώ το πλεονέκτημα που έχει πάρει ο Βogdanovic μετά το screen πρέπει να καλυφθεί από τον παίχτη της άλλης πλευρά (τον Παπαπέτρου εν προκειμένω).

Kάπου εκεί το παιχνίδι είχε τελειώσει οριστικά, ο Σφαιρόπουλος έδωσε επιθετικά κάποιες μπάλες στον Green αλλά ήταν μάλλον αργά… Παράλληλα έκανε μια τελευταία προσπάθεια με τη ζώνη που είχε δοκιμάσει άλλες δυο φορές μέσα στο match, αλλά η Fener σούταρε πια με άλλη ψυχολογία.

Άλλος ένας τελικός σε έδρα αντιπάλου λοιπόν χάθηκε, η ομάδα σχεδόν με αντίστοιχο τρόπο με το παιχνίδι στη Μαδρίτη, δυο χρόνια πριν, κατάφερε να βρίσκεται κοντά στο σκορ περίπου μέχρι το 30′. Ωστόσο, η έλλειψη εναλλακτικού πλάνου στην επίθεση του στοίχισε ξανά. Ο Obradovic σε όλο το παιχνίδι χτύπησε τον Σπανούλη στις αλλαγές, του έκοψε το χώρο για άμεση δημιουργία μετά το screen και ανάγκασε τον Ολυμπιακό να πάει σε δεύτερα και τρίτα pick στην ίδια φάση, κάτι που περισσότερο μπέρδευε παρά έλυνε το πρόβλημα των αποστάσεων. Ο Green δεν αξιοποιήθηκε με κανένα τρόπο και ο Παπαπέτρου ήταν απλά ένας παίχτης αδύνατης πλευράς, χωρίς βέβαια να σουτάρει σαν τέτοιος.

F1701CCE-0383-461C-B062-394F6EB21B7F

Aυτό ήταν και το τελευταίο Final 4 που συμμετείχαμε. Μας έδωσε μια μεγάλη βραδιά απέναντι στην CSKA, για να μας προσγειώσει τελικά ανώμαλα η Fener στον τελικό. Οι απουσίες των Lojeski και Hackett δεδομένα μας στοίχισαν, αφού αποτελούσαν τα βασικά γρανάζια της second unit, με τον Iταλό να δίνει καλή πίεση στην μπάλα και να μην αποτελεί τρύπα στις αλλαγές με την ικανότητά του να παίζει ικανοποιητικά overplay τους αντίπαλους ψηλούς για να μην τροφοδοτηθούν. Ο Lojeski από την άλλη έδινε το σουτ από την αδύνατη πλευρά, που τόσο έλειψ,ε αλλά ταυτόχρονα αποτελούσε ένα έξτρα πόλο δημιουργίας, είτε χτυπώντας στο close out είτε ακόμα και με τη μπάλα στα χέρια.

Τα Final-4 είναι τόσο όμορφα όσο και σκληρά. Μία από τις τέσσερις ομάδες θα πάει σπίτι με την κούπα και αναμνήσεις για μια ζωή και οι υπόλοιπες θα επιστρέψουν, τις περισσότερες φορές, ως αποτυχημένες και θα γεμίσουν εσωστρέφεια για κάποιο διάστημα. Αλήθεια όμως, ακόμα και οι χαμένοι τελικοί δεν δίνουν αναμνήσεις; Oι δυσάρεστες στιγμές στη ζωή δεν είναι το ίδιο έντονες με τις ευχάριστες; Το ζητούμενο είναι, και στις δύο περιπτώσεις, να μαθαίνεις και κάτι για να είσαι καλύτερος την επόμενη φορά. Θα μου πεις στην προκειμένη δεν έχει υπάρξει ακόμα η ”επόμενη φορά”. Οπότε τελικά η σωστή ερώτηση είναι, τι μάθαμε από αυτές τις δύο συνεχόμενες ”αποτυχίες”;

Next Post

Συζήτηση με τον Αποστόλη Νικολάου

Μπάσκετ δεν είναι μόνο η Euroleague και η Α1 αλλά όλες οι […]

Subscribe US Now

%d bloggers like this: