Ελληνικός κορμός αυτή η εμμονή.. (Μέρος Β)

Weekendman 1

0ceecabd3fd82a056a61eaac2bf5612e_400x400

Με την εισαγωγή των 24″ ως χρόνο επίθεσης. Και εν μέσω αυτών των σημαντικών αλλαγών ο Ολυμπιακός θα συνέχιζε μέχρι το 2002-2003, να πηγαίνει με μετρημένες Ελληνικές λύσεις και μεταγραφές με Μπουντούρη, Οικονόμου (2000-2001). Παπαλουκά (2001-02) και Χαρίση, Γιαννουζάκο 2002-2003. Oι Παναθηναϊκός και ΑΕΚ θα ψαχνόταν για χτίσιμο Ελληνικού κορμού. Ενώ σταδιακά και οι υπόλοιπες Ελληνικές ομάδες θα στρεφόταν και αυτές αργά η γρήγορα προς τους γηγενείς.

Αν όμως φανταστεί κανείς ότι το έκαναν επειδή είδαν τα σημάδια για το μέλλον από την αποτυχία του 1999. Είτε βασιζόμενες σε προγραμματισμό είτε πάλι επειδή πίστευαν σε μια από τις καλύτερες μπασκετικές σχολές της Ευρώπης (την ελληνική), τότε είστε πολύ αφελείς η μικροί ηλικιακά. Ο λόγος της μεταστροφής ήταν κυρίως οικονομικός και απόρροια στης λανθασμένης ανάπτυξης του ελληνικού μπάσκετ που επένδυσε στο πρόσκαιρο και αγνόησε τις υποδομές. Έτσι όταν μειώθηκε το εύκολο χρήμα από τα τηλεοπτικά συμβόλαια λόγω μειούμενου αγοραστικού ενδιαφέροντος επήλθε η κατάρρευση και οι ομάδες στράφηκαν προς τις φθηνές Ελληνικές λύσεις.

Αλλά γιατί έγινε αυτό;

Για να κατανοήσουμε το πνεύμα της εποχής υποθέστε πως παραγγέλνετε μια απολαυστική πίτσα την τρώτε και μένετε απόλυτα ευχαριστημένοι. Τώρα σκεφτείτε πως θα νιώθετε αν τρώτε την ίδια πίτσα επί ένα μήνα. Θα επέλθει κορεσμός.

pitsa.jpg

Κατ’ αντιστοιχία ήταν και υπερβολική η τηλεοπτική προβολή αγώνων μπάσκετ με μετάδοση αγώνων τύπου π.χ. Τριέρ-Άρης, που έκοψε την όρεξη των Ελλήνων για το μπάσκετ, μαζί με το ότι οι επιτυχίες είχαν αρχίσει να γίνονται ρουτίνα. Την ίδια στιγμή που το ποδόσφαιρο επανερχόταν δυναμικά λόγω της παρουσίας αρκετών Ελληνικών ομάδων στο Champions League. Κερδίζοντας όλο και μεγαλύτερη τηλεθέαση και στρέφοντας το ενδιαφέρον διαφημιστών και επιχειρηματιών από το μπάσκετ προς το ποδόσφαιρο.

Κάπως έτσι ο Σ. Κόκκαλης μας άφησε μπουκάλα και καταλήξαμε στον Κορυδαλό (ευτυχώς έξω και όχι μέσα) Συνολικά όμως οι παράγοντες του ελληνικου μπάσκετ δεν κατάλαβαν ποτέ ότι λιγότερα παιχνίδια (αλλά υψηλού επιπέδου) σημαίνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον και περισσότερα έσοδα. Βέβαια όταν επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα σημαίνει κυρίως μπίσνα με το κράτος οι νόμοι της ελεύθερης αγοράς θα παραμείνουν μάλλον αντικείμενο καταγγελίας από τους συνδικαλιστές παρά κατανόησης από επιχειρήσεις και καταναλωτές.

less_is_more

Φυσικά αυτή η διαδικασία δεν έγινε αμέσως μέσα σε μερικούς μήνες, αλλά σε βάθος κάποιων χρόνων. Και μέχρι την σαιζόν 1999-00 τα συμβόλαια του Supersport αρκούσαν ώστε οι ομάδες να διατηρούν ένα “κανονικό” ρόστερ μέχρι τέλους, παρά κάποια επιμέρους προβλήματα, όπως π.χ. του  Άρη που διοικούταν εκείνη την σαιζόν από τον Super 3.

Αλλά από το 2000-01 αρχίσαμε να διαπιστώνουμε τις πρώτες πραγματικές σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις με αρνητικά αποτελέσματα και στις 3 ομάδες της Θεσσαλονίκης. Ενώ οι επερχόμενοι Ολυμπιακοί αγώνες (και οι ανα-κατασκευές των γηπέδων) θα εξανάγκαζαν ακόμα και τις τρεις μεγάλες ομάδες του κέντρου Παναθηναϊκό, Ολυμπιακό και ΑΕΚ να μειώσουν το μπάτζετ, σε έναν χώρο του μπάσκετ, που θα ήταν έτσι και αλλιώς εξαναγκασμένοι να το κάνουν. Όπως είδαμε από την μείωση του μπάτζετ σε Ολυμπιακό και ΑΕΚ το 2001-2002 που έπαιζαν ακόμα σε ΣΕΦ και ΟΑΚΑ αντίστοιχα.

Με όλα αυτά η ΕΡΤ έγινε αναγκαστικά το τηλεοπτικό καταφύγιο των ομάδων από το 2002-03, και ταυτόχρονα είχαμε επιστροφή στην “αναγκαστική εμπιστοσύνη” στους Έλληνες παίκτες (λόγω έλλειψης πόρων για απόκτηση ποιοτικών ξένων). Ευτυχώς, η εισαγόμενη τεχνογνωσία και το πάθος και η αγάπη των νέων για το παιχνίδι είχε βάλει για τα καλά το σπόρο για την δημιουργία εγχώριων ταλέντων. Και έγινε και η αφορμή να δημιουργηθεί σταδιακά και η Ελληνική προπονητική σχολή που ανέδειξε αρκετούς αξιόλογους προπονητές.

AosQqizm_400x400

Οι ομάδες της Θεσσαλονίκης που αναφέρθηκαν παραπάνω ήταν ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα με τον Ηρακλή να έχει βγάλει Διαμαντίδη, Χατζηβρέττα Σχοτσιαρνίτη, Παππαδόπουλο μεταξύ των άλλων. Και τον ΠΑΟΚ την δική του χρυσή γενιά των Βασιλειάδη, Αποστολίδη, Βασιλόπουλου και Μαυροκεφαλίδη. Ενώ και οι Σπανούλης, Ζήσης και Μπουρούσης είναι μερικά άλλα παραδείγματα καλαθοσφαιριστών από τις υπόλοιπες ομάδες, που είδαν φως και μπήκαν στα ρόστερ με την αξία τους, αλλά και λόγω των μειωμένων μπάτζετ.

Άλλη σημαντική αλλαγή ήταν αυτή της σαιζόν 2002-03. Που έδωσε δικαίωμα σε όλους τους ευρωπαίους να καταλάβουν θέση στα ρόστερ των κοινοτικών ξένων αντί μόνο αυτών των παικτών της Ευρωπαϊκής ένωσης. Παρόλα αυτά ούτε αυτή η αλλαγή δεν ανέκοψε την νέα γενιά του Ελληνικού μπάσκετ.

  • Γιατί η ποιότητα των ξένων δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο του ένδοξου παρελθόντος.
  • Και στο μπάσκετ των 24 δευτερολέπτων το ροτεισον είχε ανοίξει. Και υπήρχε ανάγκη για περισσότερους παίκτες που θα έπαιρναν χρόνο συμμετοχής.

Με κάποια καλά αποτελέσματα και για την Εθνική που το νέο αίμα είχε αρχίσει να μπαίνει. Χωρίς όμως τις επιτυχίες να έρχονται με την πρώτη προσπάθεια. Ξεκινώντας από τις χαμένες βολές του Παπαλουκά το 2001, μέχρι τους 2 χαμένους προημιτελικούς του 2003 και 2004. Που έκαναν τους Έλληνες αθλητικογράφους να γράψουν για έλλειψη προσωπικοτήτων και ηγεσίας, σε αντίθεση με τις άλλες ομάδες.

Τι ειρωνεία να γράφεις τέτοια σχόλια μόλις 1 χρόνο πριν αρχίσουν οι μεγάλες επιτυχίες με την αγία τριάδα Παπαλουκά, Διαμαντίδη Σπανούλη. Όμως η κριτική επέτυχε ένα πράγμα που άξιζε όσο ένα μετάλλιο. Έδωσε οριστικά τα ηνία στην νέα γενιά της Εθνικής με Ζήση και Σπανούλη για παράδειγμα. Και συνταξιοδότησε την παλιά. Με Σιγάλα να μην είναι στο ρόστερ για τους Ολυμπιακούς, το τουρνούα του 2004 να είναι το τελευταίο για τον Παπανικολάου, και τα άστοχα τρίποντα του Άλβερτη στους κρίσιμους προημιτελικούς του 2003 και 2004, να διευκολύνουν την απόφαση να χωρίσουν οι δρόμοι του με την Εθνική.

Από οικονομικής απόψεως όμως η παρουσία τέτοιων ταλέντων έγινε φανερό ότι δεν μπορούσε να ωφελήσει τόσο πολύ τους μικρότερους συλλόγους. Που ούτε ήταν δυνατόν να τους κρατήσουν για πάντα, ούτε ωφελήθηκαν οικονομικά από τυχόν πώληση τους. Φτάνοντας και σε καταστάσεις οικονομικού αδιεξόδου αργά η γρήγορα. Βέβαια ακόμα και αν είχαμε συνετή οικονομική διαχείριση αντικειμενικά, στο μπάσκετ είναι πιο δύσκολο να ζήσει ένας σύλλογος από τις πωλήσεις παικτών από ότι αντίστοιχα στο ποδόσφαιρο συνδυασμένο με τα πενιχρά έσοδα του αθλήματος.

Όλα αυτά είναι φυσική συνέπεια όταν δεν έχεις μεριμνήσει να δημιουργήσεις εναλλακτικές πηγές εσόδων πέραν από το τηλεοπτικό συμβόλαιο. Αλλά στην Ελλάδα που «λεφτά υπάρχουν» οι περισσότεροι ψάχνουν τον «επόμενο γνώστη» που θα τους υποδείξει το ακριβές σημείο που βρίσκεται το λεφτόδενδρο.

istockphoto-89286643-612x612

Και αν τα παραπάνω σας φάνηκαν ενδιαφέροντα ακόμα πιο χρήσιμη είναι η παράλληλη πορεία αυτών που επένδυσαν στο Ελληνικό στοιχείο με μεγαλύτερη συνέπεια από άλλους. Και αναφέρομαι σε Παναθηναϊκό και ΑΕΚ.

Για τον Παναθηναϊκό η απάντηση είναι γνωστή. Με την αγωνιστική και εξωαγωνιστική ισχύ είχε την πολυτέλεια. Να κάνει παιδομάζωμα Ελλήνων, να παίρνει τίτλους, και αν κάτι δεν πήγαινε πολύ καλά να έχει την διαιτητική συνδρομή όποτε χρειαζόταν. Αποφεύγοντας κρίσεις που θα μπορούσαν να θέσουν σε διαθεσιμότητα συγκεκριμένες επενδύσεις στο ρόστερ είτε το πλάνο εν γένει.

Όμως ακόμα και σε χρονιές τίτλων. Που είχαμε ποσοστά συμβολής των Ελλήνων σε υψηλά επίπεδα του 48,54%, 53,81% και 42,10% για τους τελικούς του 2004 έως του 2006. Υπήρχε διακριτή αρνητική διαφορά τόσο με τα χρόνια που προηγήθηκαν με τον Μποντιρόγκα κεντρικό άξονα και τους Ρεμπράτσα και Ράτζα συμπαραστάτες.

 Αλλά και με αυτά που θα επακολουθούσαν από το 2005-06 και μετά. Με τον Διαμαντίδη να προσθέτει κομμάτια στο επιθετικό παιχνίδι του. Και τον ερχομό του Σπανούλη να ανεβάζει συνδυαστικά κατακόρυφα την εγχώρια και γενικότερη περιφερειακή ποιότητα του Παναθηναϊκού. Μαζί με την όλο και μεγαλύτερη προσαρμογή του Μπατίστ αλλά και τον ερχομό ξένων  υψηλού επιπέδου που έκαναν πραγματικά την διαφορά με Σισκάουσκας  και  Γιασικεβίτσιους να συμβάλλουν στα ευρωπαϊκά του 2007 και 2009 ανάμεσα σε άλλους.

Και αρκεί να θυμηθούμε τι έγινε στις σαιζόν 2002-03 έως 2004-05 για να έχουμε ένα μέτρο εκείνων των χρόνων σε σχέση με τις πιο χρυσές εποχές του Παναθηναϊκού. Με συγκριτικά πιο ταπεινές επιλογές παικτών στην διάθεση του Ομπράντοβιτς. Με 2 αποτυχημένες χρονιές στην Ευρώπη το 2002-03 και το 2003-04. Μεγάλες δυσκολίες στα πλέι-οφ του 2003 με Περιστέρι. Και την ΑΕΚ που δεν είχε σε 3 από τους 4 τελικούς τον ποιοτικότερο παίκτη της – τον Ντικούδη. Και τον Φίλλιπο Συρίγο να επισημαίνει συχνά το πόσο ο Ομπράντοβιτς δεν αξιοποίησε το ρόστερ του. Το 2004 να χρειάζεται μια επική διαιτησία εναντίον του Ολυμπιακού των πολλών προβλημάτων για να γλιτώσει το μπρεικ.

Αλλά και το 2005 να προσπαθεί απέναντι στην Μακάμπι, αλλά να δείχνει κατώτερος. Και να χρειάζονται στα εγχώρια οι διαιτητικές παρεμβάσεις όπως στον Τελικό Κυπέλλου. Και τον πρώτο τελικό πρωταθλήματος με ΑΕΚ. Που θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στο ΤΟΠ-10 ένδοξων διαιτητικών αποδόσεων υπέρ των πράσινων. Και όλα αυτα σε περιόδους – που ο Παναθηναϊκός θεωρητικά δεν είχε αντίπαλο.

Αν όμως ο Παναθηναϊκός ήταν μια περίπτωση που τα πράγματα κύλισαν καλά.

Η ΑΕΚ από την άλλη αποτελεί ένα αντιπαράδειγμα – στο πως διαχειρίστηκε τον δικό της εγχώριο κορμό. Αλλά και ένα μέτρο σύγκρισης για όσους παραπονιούνται για την ευνοϊκή πολιτική των Αγγελόπουλων προς τους  Έλληνες του Ολυμπιακού, οι όποιοι, για κάποιους τραβάνε προς τα κάτω την ομάδα με τα υπέρογκα ποσά που παίρνουν. Και είναι επίσης ένα καλό αντιπαράδειγμα γιατί δεν πρόκειται για ένα δείγμα όπου όλα ήταν αρνητικά, αλλά υπήρχαν και οι 2 όψεις του νομίσματος. Ο Δικέφαλος του Νότου όπως είχατε την ευκαιρία να θυμηθείτε παραπάνω αναγεννήθηκε υπό τον Ιωαννίδη με πολλούς ξένους στην διάθεση του. Ο πρόεδρος της Κος Φιλλίπου όμως είχε διαφορετική άποψη επί του θέματος.

Και ενώ η Ελληνική στροφή φάνηκε να μην δικαιώνεται βραχυπρόθεσμα τον πρώτο χρόνο. Συνέχισε να ρισκάρει και με έναν σαφώς πιο άπειρο προπονητή για υψηλό επίπεδο σε σχέση με τον Ιωαννίδη – τον Γ. Καλαφατάκη. Με τον Ίβκοβιτς αυτό το μοντέλο δούλεψε καλύτερα σε ατομικό επίπεδο για τους Έλληνες. Αλλα και σε ομαδικό με τους πρώτους τίτλους μετά από χρόνια. Συνεχίστηκε με τον Σάκοτα με πρωτάθλημα το 2002 και μάλιστα με  ένα πρωτοφανές για την εποχή ελληνικό μερίδιο πόντων της τάξης του 67,47% βοηθούμενο από την κακή απόδοση του Χόλντεν στους περισσότερους τελικούς. Τους λίγους ξένους και ότι ο Καρ αποχώρησε μετά τον δεύτερο τελικό. Αλλά και την ίδια συνταγή να συνεχίζεται με 2 ακόμα τελικούς το 2003 και 2005. Οι όποιοι χάθηκαν από τον Παναθηναϊκό. Προσμετρώντας σε αυτά και τους τελικούς που είχε η ομάδα του Ιωαννίδη στα 2 χρόνια που έμεινε ο Ξανθός.

DEEDS.jpg

Κανονικά, θα οδηγούμασταν στο συμπέρασμα ότι η θητεία Φιλλίπου-Γρανίτσα θα ήταν επιτυχημένη, αν αρκούμασταν στην ανάγνωση των παραπάνω. Και ξέραμε ότι η ΑΕΚ είχε φτάσει να παλεύει με το ζόρι να μπει στην οκτάδα, πριν την αναλάβει ο Φιλλίπου. Η αλήθεια είναι όμως πολλές φορές η επιτυχία από την αποτυχία ζήτημα επιλογών. Και εδώ ισχύει με μεγάλη βεβαιότητα. Γιατί ο κορμός παικτών που είχε η ΆΕΚ. Και είχαν πολύ μέλλον μπροστά τους αλλα και θα μπορούσε να αποτελέσει εγγύηση για μεγάλα πράγματα. Με Κακιούζη, Χατζή, Μπουρούση, Άντιτς, Ζήση και τον Ταπούτο (την εποχή που ακόμη να θεωρούταν μεγάλο ταλέντο).

Αντί αυτού είχαμε ρεσιταλ κακής διαχείρισης από όλους.

Ξεκινώντας από τον Φιλλίπου που ελάττωνε σταδιακά το ενδιαφέρον και την επένδυση του. Πλαισίωνε τον Ελληνικό κορμό με λαβράκια η παίκτες με ταβάνι από το 2001-02, ασχέτως αν κάποιοι βγήκαν από τους κορυφαίους παίκτες της επόμενης δεκαετίας με Χόλντεν. Επιτυγχάνοντας λίγες ευρωπαϊκές διακρίσεις σε επίπεδο Ευρωλίγκας (μόνο  η πορεία μέχρι τα ημιτελικά της χωρισμένης Ευρωλίγκας το 2000-01 και ο Τελικός του 1998). Αλλά και χάνοντας ταυτόχρονα σπουδαίες μονάδες από τους Έλληνες σαν τους Ντικούδη και Κακιούζη.

Ταυτόχρονα ο κόσμος της ΑΕΚ από την εποχή του Ιωαννίδη έδειχνε σχετική και διαχρονική απροθυμία να γεμίσει το γήπεδο ανεξαρτήτως ύψους του μπάτζετ. Την ίδια στιγμή ήταν έτοιμοι να μπουκάρουν στον τρίτο τελικό εναντίον του Χόλντεν εξοργισμένοι, από τις ατομικές πρωτοβουλίες του Αμερικάνου! Και κατά συνέπεια μόνο γήπεδα κλουβιά τύπου Άνω Λιοσίων ταίριαζαν στο λίγο κοινό που ακολουθούσε την ΑΕΚ στο μπάσκετ εκείνης της περιόδου. Που δημιουργούσαν μια θερμή ατμόσφαιρα η οποία όμως  μπορούσε εύκολα να παρεκτραπεί όπως στον τέταρτο τελικό ΑΕΚ-ΠΑΟ το 2003. Η στο ΑΕΚ-Ολυμπιακός για το Κύπελλο της επόμενης χρονιάς.

Για να είμαστε όμως για μια ακόμη φορά δίκαιοι – είχαμε και μια σημαντική διαφορά.

Γιατί αν και το μπάσκετ σήμερα, δεν βρίσκεται για μια ακόμη φορά στις καλύτερες μέρες του όπως τα τελευταία περίπου 20 κάτι χρόνια, το τότε όμως Ελληνικό μπάσκετ βρισκόταν σε ακόμη πιο ελεύθερη πτώση όσο αφορά το ενδιαφέρον του κόσμου. Που δεν τον ενδιέφερε καν ούτε η Ευρωλίγκα όπως τουλάχιστον γίνεται σήμερα.

Παρόλα αυτά οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι και ο Ολυμπιακός των Αγγελόπουλων ξεκίνησε από σημείο ανυποληψίας. Αλλά σε αντίθεση με την ΑΕΚ δημιούργησε δικό του μπασκετικό κόσμο (έστω και μικρό για το αθλητικό μέγεθος του συνδέσμου), παρά το δύσκολο περιβάλλον του Ελληνικού μπάσκετ και τους λίγους τίτλους για το επίπεδο του Ολυμπιακού. Πήγε σε Φάιναλ Φορ με διαφορετικούς προπονητές, πήρε πρωταθλήματα, Κύπελλα. Και ξεπέρασε σε τελικούς Ευρωλίγκας ολόκληρο Παναθηναϊκό. Καταφέρνοντας επί μεγάλο χρονικό διάστημα να είναι στις 4 κορυφαίες δυνάμεις της διοργάνωσης. (Ένα πιο αξιόπιστο σημείο μέτρησης της αγωνιστικής δυναμικότητας μιας ομάδας)

Μήπως όμως η υπερβολική εμπιστοσύνη στους Έλληνες ήταν εκτός από ευλογία και κατάρα;

Στο μέχρι τώρα κείμενο είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ότι με πολύ ξένο στοιχείο ορμώμενο εξ ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και Αμερικής ο Ολυμπιακός πήρε 5 πρωταθλήματα με τους Ιωαννίδη και Ίβκοβιτς. Και με λίγους τραυματισμούς λιγότερους, θα λάμβανε κάτι περισσότερο από το απόλυτο μηδενικό του 1997-98 και 1998-99.

Ξεκινώντας όμως από την επόμενη σαιζόν του 1999-2000. Που ήταν και το οριστικό τέλος εποχής. Με Τάρλατς και Νάκιτς να αγωνίζονται για τελευταία φορά στον Ολυμπιακό. Και να απομένουν  από την ομάδα των τίτλων μόνο οι Τόμιτς, Παπανικολάου. Είχαμε την ευκαιρία να δούμε πολλούς παίκτες, σε διαφορετικές ομάδες για να δοκιμαστούν ποικίλες αγωνιστικές συνταγές.

Ευκαιρίες επαρκείς για να βγάλουμε αρκετά συμπεράσματα σχετικά με τους Έλληνες που εμπιστεύτηκε ο Ολυμπιακός.

Μερικά από από αυτά είναι ότι πράγματι έγιναν λάθος επιλογές Ελλήνων ή με περιορισμένο ταβάνι. Αλλά και υπήρξε και υπερβολική εμπιστοσύνη πάνω τους, λάθη ικανά να χαντακώσουν το ερυθρόλευκο μπασκετικό σύνολο.

Και για να το δούμε ποιο αναλυτικά το νούμερο 1 παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας με τίτλο λανθασμένη επιλογή Έλληνα ήταν ο Νίκος Οικονόμου. Τόσο οπαδικά με το Παναθηναϊκό παρελθόν και τους αντι-Ολυμπιακούς πανηγυρισμούς του στο Τελ-Αβιβ – όσο και αγωνιστικά. Όπου ένα από τα κορυφαία μέχρι τότε τεσσάρια του Ελληνικού μπάσκετ. (Για τους νεώτερους – ο Ν. Οικονόμου ήταν ένα stretch power forward του σημερινού μπάσκετ).

Αποδείχθηκε τόσο κακή μεταγραφή, που του πήρε την θέση όχι μόνο ο Ντε Μιγκέλ, αλλά και ο Περικλής Δορκοφίκης με τον Βασίλη Σούλη. Αφήνοντας ένα μεγάλο κενό σε σύγκριση με τον αρχικό σχεδιασμό του Ζούρου. Για την δεύτερη κατηγορία Ελλήνων με περιορισμένο ταβάνι δυστυχώς τα παραδείγματα ήταν αρκετά. Οι περισσότεροι αποκτήθηκαν στα λεγόμενα χρόνια Κορυδαλλού, που επεκτάθηκαν και άλλα 2 χρόνια μέχρι το 2005-06. Για να αρχίσει να αλλάζει σιγά-σιγά από εκείνη την σαιζόν και έπειτα.

OIKONOMOU2.jpg

Η μπασκετική ανυποληψία του Ολυμπιακού, είχε καταστήσει δύσπιστους τους καλούς Έλληνες παίκτες για την προοπτική του Ολυμπιακού και χρειαζόταν παραπάνω χρόνος και χρήματα για να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη στο brand name της ομάδας. Με μόνη μικρή εξαίρεση το 2003-2004. Που ο Ολυμπιακός μετά από χρόνια επέστρεψε σε ένα ρόστερ με αρκετούς Έλληνες. Και με καλά Ελληνικά ονόματα στην περιφέρεια με Χαρίση, Διαμαντόπουλο και Λιαδέλη, τηρουμένων των αναλογιών της κατάστασης που βρισκόταν η ομάδα.

  • Αλλά με λανθασμένη υπερφόρτωση της θέσης 1.
  • Τον Γιαννουζάκο να είναι το μοναδικό τριάρι.
  • Τον Σούμποτιτς να έχει την φαεινή ιδέα να εμπιστευτεί στον Μπάγκαριτς την θέση 5. (Με τον θερμόαιμο χαρακτήρα του).
  • Το γεγονός ότι  έπεφταν Γκόρενς, Διαμαντόπουλος, Γκόρενς πάνω στον άλλο.
  • Καθώς και την έλλειψη πολλών σουτέρ.

Οδήγησε σε μια ακόμα αγωνιστική αποτυχία αυτή την προσπάθεια εξελληνισμού.

Για όσους είναι μικρότεροι ηλικιακά είναι δύσκολο να καταλάβουν ότι οι φίλοι του Ολυμπιακού έπρεπε να ζήσουν με καλύτερους Έλληνες τους Χαρίση και Μπουντούρη το 2002-03. Τους Σκλάβο και Αγαδάκο το 2004-05. Και τους Βασιλόπουλο και Σχοτσιαρνίτη το 2005-06.

Που κάποιοι έκαναν αξιόλογες χρονιές, αλλά και ήταν και παίκτες που ξεπετάχτηκαν για πρώτη φορά σε επίπεδο Ευρωλίγκας εκείνη την σαιζόν. Και κυρίως ήταν μικροί σε ηλικία. Δεν χρειαζόταν λοιπόν να ήσουν σοφός για να παρατηρήσεις  το φανερό χάντικαπ έναντι ομάδων όπως του πολυπρωταθλητή Παναθηναϊκού.

Ακόμα όμως και στις καλές εποχές υπήρχαν περιπτώσεις που η παρουσία καλών Ελλήνων περιόριζε με έναν άλλο τρόπο τις πιθανότητες του Ολυμπιακού για τίτλο.

Σε παλαιότερο κείμενο για τον Γ.Σφαιρόπουλο είχαμε αναφερθεί σε πολύ συγκεκριμένα πράγματα:

  • Την μέτρια προς κακή απόδοση των Έλληνων γκαρντ σε κάποια ντέρμπι στο ΟΑΚΑ και μιλάμε για τους Σπανούλη, Σλούκα και Μάντζαρη, κάτι που είχε επισημανθεί από τον Δ. Καρύδα σε ένα ματς της περιόδου 14-15 ανάμεσα στους 2 αιώνιους.
  • Tην μη παρουσία καλού ξένου στο 4 πίσω από τον Πρίντεζη. Ώστε να πάρουν ευκαιρίες οι Αγραβάνης και Παπαπέτρου.
  • Είτε τον Παπανικολάου που σούταρε με 52,1% στα τρίποντα, αλλά δεν πετύχαινε συγκριτικά ούτε με βότσαλο την λίμνη στους τελικούς του 12-13.

Και σε ότι δε αφορά τους Έλληνες σέντερ της ομάδας της περιόδου 2005-2011.

Δεν ήταν μόνο 2 διεθνείς Έλληνες και από τους κορυφαίους σέντερ της Ευρωλίγκας. Αλλά και τύποι που προκαλούσαν προβλήματα στον Ολυμπιακό.

Ο Μπουρούσης με τον κατά τα φαινόμενα κάπως τοξικό χαρακτήρα του.  Συν το ότι μετά από ένα σημείο είχε βαρύνει τόσο πολύ. (Που είχε μετατραπεί σε αυτό που λένε στην Ελληνική επαρχία σε liability στην άμυνα στο PnR). Αλλά και για το γνωστό ηχητικό με το φάρμακο του Κυρ Μάκη, και τους προσβλητικούς χαρακτηρισμούς προς τους αδερφούς Αγγελόπουλους. Που τον έφεραν στον Ολυμπιακό, τον καλοπλήρωσαν και τον είχαν κάνει το μεγάλο όνομα που είναι.

opy_631950_b.jpg

Αν όμως ο Μπουρούσης μπορεί να θεωρηθεί αχάριστος. Δεν ήταν τίποτα μπροστά στον Σχορτσιανίτη. Και αυτά που πέρασε ο Ολυμπιακός νταντεύοντας τον επί 5 χρόνια. Με την ανταπόδοση να είναι με το ζόρι 2 γεμάτα χρόνια. Και τα ενδιάμεσα να είναι κόντρες με τον Γκερσον, νοσηλεία σε κλινική στην Ελβετία. Και τον Γιαννάκη να τον αφήνει στην άκρη του πάγκου το 2008-09.

Όταν ο Μπουρούσης ασχέτου τι θα μπορούσε να πει κανείς για τον χαρακτήρα του, έδινε ότι είχε και δεν είχε ακόμα και με πυρετό όπως στον ημιτελικό του F4 του 2009. Γιατί ο Μπουρούσης παρά τα όποια αμυντικά προβλήματα που είχε απέναντι σε αθλητικούς ψηλούς.

  • Και δούλεψε σταδιακά το επιθετικό παιχνίδι αποκτώντας ένα αξιόπιστο παιχνίδι κοντά στο καλάθι, από το σχετικά ανύπαρκτό των πρώτων ημερών.
  • Και συνέβαλε με την απόδοση του σε 2 Κύπελλα, έστω και με πιθανή σκία στην δεύτερη κατάκτηση.
  • Και μάζεψε τα κρίσιμα επιθετικά ριμπάουντ στον ημιτελικό με την Παρτιζάν φέρνοντας τον Ολυμπιακό στον πρώτο ευρωπαϊκό τελικό μετά από 12 χρόνια.
  • Και εν τέλει βρέθηκε σε κορυφαία πεντάδα Ευρωλίγκας το 2009. Και γενικά ανέβασε μαζί με τον δικό του επίπεδο και το επίπεδο του Ολυμπιακού που επί ημερών του έγινε ομάδα Φάιναλ Φορ.

Καλά όλα αυτά όμως τελικά αρκούσε ένας Νεστέροβιτς στα τελειώματα του ώστε να κατανοήσουν τι έχαναν οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού τόσα χρόνια στην θέση του σέντερ.

Neste.JPG

Στην κρίσιμη διαπραγμάτευση πάντως μεταξύ Ελληνομάχων και Ελληνολάτρων που αγγίζει τα όρια της διαμάχης των Εικονομάχων και των Εικονοκλάστων στο Βυζάντιο. Πρέπει να βρούμε μερικά κοινά αποδεκτά σημεία.

Το λεγόμενο χρυσό σημείο τομής.

α) Παραδεχόμενοι ότι π.χ. ότι 2 Ελληνικές ομάδες από το 2006-07. Κατέκτησαν 5 Ευρωλίγκες και έφτασαν σε 8 τελικούς, στηριζόμενες κατά μεγάλη βάση σε Έλληνες. Χωρίς λογικά πολλοί από τα 2 στρατόπεδα, να διαφωνούν πραγματικά στο αν ήταν ασφαλώς σωστή η επιλογή να βασίσεις το παιχνίδι γύρω από Διαμαντίδη και Σπανούλη.

β) Όπως και θα έπρεπε να αναγνωρίσουν και σαν ιστορικό δεδομένο. Πως σε κάθε εποχή μια καλή απόδοση ξένου ήταν σχεδόν πάντα απαραίτητη προϋπόθεση  για την κατάκτηση τίτλων, και την επίτευξη επιτυχιών. Από τον Ολυμπιακό του Πάσπαλι μέχρι αυτόν του Τάρπλει του Έντι Τζόνσον του Ρίβερς και του Αλφόνσο Φόρντ στον πιο πρόσφατο των Βούισιτς που έδωσε την ώθηση για το πρώτο Φάιναλ Φορ μετά από 10 χρόνια το 2009.

Τον πρώτο τελικό στην Ευρωλίγκα να έρχεται μετά από 12 χρόνια το 2010 χάρη και σε παίκτες μεγάλης κλάσης σαν τους Κλείζα και Τσίλντρες, τα 2 κύπελλα Ελλάδος με πρωταγωνιστή τον Τεόντοσιτς, μέχρι την εποχή των πολλών Αθλητικών σέντερ του Λο, αλλά ακόμα και του αθλητικά προδότη Λοτζέσκι. Και ματς όπως ο τελικός της Ευρωλίγκας του 2012 να είναι οι εξαιρέσεις στον κανόνα. Με την συμβολή των ξένων να ήταν επιθετικά ελάχιστη. Και η όποια βοήθεια έδωσαν να ήταν στην άμυνα, όπως αυτή του Χάινς στον δρόμο προς το τέλος εκείνου του Θρυλικού τελικού.

Έλληνες η όχι όμως η ουσία στο μπάσκετ παραμένει στο συνολικό χτίσιμο της ομάδας. Και όχι στο τι διαβατήριο έχει κάθε παίκτης, όσο και αν ένα ευρωπαϊκό διαβατήριο βοηθούσε έναν Αμερικάνο στις εποχές που οι θέσεις μη κοινοτικών ήταν περιορισμένες. Και το σημαντικό  είναι να δεις τα σημάδια που είναι μπροστά σου για να καθορίσεις το μέλλον..

Όχι μόνο στα πιο κοντινά όπως το ρίσκο της εγκατάλειψης των κλασσικών αθλητικών καλών αμυντικών τις 2 τελευταίες σαιζόν. Αλλά και σε βάθος εικοσαετίας όπου θα δούμε ενδεικτικά παραδείγματα με τον Ολυμπιακό του Ιωαννίδη του 1999-2000. Να δείχνει πως απέναντι στο οργανωμένο μπάσκετ των Σέρβων Ίβκοβιτς και Ομπράντοβιτς. Λίγη Αμερικάνικη τρέλα είναι ικανή να τους δυσκολέψει  με το ρεκόρ 4-0 της κανονικής περιόδου.

DoAmoo7XcAEDcYD.jpg

Και η λογική αυτή ήταν ο προάγγελος του Ολυμπιακού του Γκέρσον το 2007. Που με περισσότερους Έλληνες σε σχέση με τον Ολυμπιακό του 2000. Αλλά λίγους πάλι εγχώριους πρωταγωνιστές. Στηριζόμενος περισσότερο σε ατομικό ταλέντο, παρά σε παιχνίδι συνεργασιών όπως είχε εδραιωθεί από τον Παναθηναϊκό του Ομπράντοβιτς. Έφτασε στα όρια του τον Παναθηναϊκό. Και με ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο ότι αμφότερες οι ομάδες απέτυχαν στην Ευρώπη.

Οι δε 2 συνεχόμενες περίοδοι 2001-02 και 2002-03 παρουσίασαν ένα άλλο ενδιαφέρον φαινόμενο. Σε μια εποχή που το ευρωπαϊκό μπάσκετ ήταν υπό την κυριαρχία του Μποντιρόγκα σε επίπεδο Συλλόγων και Εθνικών ομάδων. Και παρόλο ότι είχαμε μπει στο μπάσκετ των 24 δευτερολέπτων, που ήταν θέμα χρόνου να τον καταστήσει ξεπερασμένο. Ο Ολυμπιακός είχε καταφέρει να βρει τυχαία την μαγική συνταγή δίχως ποτέ να το καταλάβει.

Με κοινό παρανομαστή και στις 2 σαιζόν τον Μπουντούρη να αναλαμβάνει τον Μποντιρόγκα. Και να παίζει με το μυαλό του μέσω της άμυνας από μπροστά του. Και την υπόλοιπη ομάδα να προσαρμόζεται για την όσο το εφικτό μεγαλύτερη παρεμπόδιση του παιχνιδιού του, το 2001-02 με χρήση Παπανικολάου  για μια ακόμη φορά στην ιστορία του Ολυμπιακού στο 4 να ματσάρει τα αντίστοιχα ευέλικτα σχήματα με τον Μποντιρόγκα στο 4. Καλούς αμυντικούς ψηλούς στο πρόσωπο των Ντε Μιγκέλ και Ζεβροσένκο.

Και το 2002-2003 πριν καν πατήσει το πόδι του ο Μπατίστ στην Ελλάδα να έχουμε στον Ολυμπιακό να εμφανίζει τα πρώτα undersized σχήματα ψηλών με το δίδυμο Ντε Μάρκο Τζόνσον-Ντε Μιγκελ. Και την ομάδα του Ολυμπιακού να τα πηγαίνει σχετικά καλά, τηρουμένων των στενών οικονομικών αναλογιών. Φτάνοντας μάλιστα πολύ κοντά στο Φάιναλ Φορ απέναντι στο πολύ μεγάλο φαβορί Μπαρτσελόνα του πλούσιου ρόστερ. Αλλά και της προοπτικής να φτάσει στο Φάιναλ Φορ στην έδρα της.

Και με μια ενδεχομένως μεγαλύτερη οικονομική συμπαράσταση. Που θα κρατούσε τον Μ. Έβανς, ίσως ο Ολυμπιακός να έφτανε να διεκδικήσει τις πιθανότητες του για πρόκριση στον τελικό. Αλλά και μια ανταγωνιστική σειρά απέναντι στον Παναθηναϊκό. (Που αν δυσκολευόταν με την ΑΕΚ που έπαιξε χωρίς Ντικούδη στα περισσότερα ματς. Λογικά θα είχαμε παρόμοιο σκηνικό και με Ολυμπιακό).

Έναν Ολυμπιακό που ακόμα και αν έχανε τον τίτλο θα μπορούσε να εφαρμόσει με ευέλικτους ψηλούς σαν αυτούς που είχε τότε – ότι θα γινόταν μόδα στην Ευρώπη σε κάποιο χρονικό διάστημα.

image

Και ας έλεγαν κάποιοι τότε για τους Μίντλετον, και Μπατίστ ότι ήταν μειονέκτημα στην θέση του σέντερ για τον Παναθηναϊκό σε εκείνα τα χρόνια, και πριν ο Μπατίστ εξελιχθεί σε έναν από τους κορυφαίους PF/C. Τελικά όμως, επικράτησε η λογική του δεινόσαυρου σέντερ. Και η ίδια φιλοσοφία ακολουθήθηκε πάνω κάτω μέχρι το 2011-12.

2

Η πιο χαμένη όμως μεγάλη ευκαιρία για να διαλέξει ο Ολυμπιακός την πιο ασφαλή και σωστή συνταγή ήταν αυτή του 2005-06. Όπου εμείς κοιτάξαμε το δέντρο τον Σοφοκλή Σχορτσιανίτη δίνοντας του άπειρες ευκαιρίες, αλλά χάσαμε το συνολικό δάσος από τα μάτια μας.

Δηλαδή – ένα μοντέλο με έναν περιφερειακό – και μια ομάδα γύρω του αρκετά νεαρή. Με πολύ ενέργεια και έμφαση στην άμυνα και τους αιφνιδιασμούς. Και αν αυτό κάτι σας θυμίζει είναι ακριβώς ο Ολυμπιακός του 2011-12.

Ο Γκέρσον όμως ήρθε. Και η λογική αυτή που φτιάχτηκε από τον coach Καζλάουσκας  εγκαταλείφθηκε από τον Ισραηλινό. Αναβάλλοντας την εφαρμογή της για μερικά χρόνια. Και σε αυτές τις ενδεικτικές περιπτώσεις δεν συμπεριλαμβάνουμε μικρότερες υποθέσεις σαν αυτή του Λόρενς Ρόμπερτς που δεν πρόλαβε να αγωνιστεί ούτε σε ένα επίσημο παιχνίδι το 2007-08, και ίσως μας άνοιγε τα μάτια για τους αθλητικούς ψηλούς λίγα χρόνια πριν τον ερχομό του Χάινς.

Μπορεί λοιπόν οι Αγγελόπουλοι να μας έχουν δημιουργήσει ως δεδομένο το χτίσιμο ενός αξιόλογου κορμού. Με την δημιουργία 2 τέτοιων της γενιάς Σόφο, Μπουρούση, Βασιλόπουλου. Και αυτής των Σπανούλη, Παπανικολάου, Σλούκα Μάντζαρη. Και μια τρίτη να έρχεται κρίνοντας από τις τελευταίες επιτυχίες της εφηβικής ομάδας του Ολυμπιακού σε Πανελλήνιο επίπεδο. (Και δίχως να παραγνωρίζουμε την διαθεσιμότητα ταλέντων και σε άλλες ομάδες όπως οι Μαντζούκας και Καράμπελας). Όμως όσοι πικραμένοι απαιτούν αποπομπή όσο περισσότερων Ελλήνων, οφείλουν να κάνουν μια μικρή αναμονή πριν ετοιμάσουν την γκιλοτίνα.

Να τους υπενθυμίσουμε ότι τα παιδιά της πρώτης γενιάς Ελλήνων επί Αγγελόπουλων ήταν κυρίως παίκτες μεσαίας κλάσης, η νεαρής ηλικίας σαν τους Σχορτσιανίτη, Βασιλόπουλο, Μπουρούση και δεν αμοίφθηκαν πλουσιοπάροχα.

Και οι πραγματικά μεγάλες επενδύσεις ήρθαν λίγα χρόνια αργότερα με ανανεώσεις συμβολαίων των πρωτοκλασάτων Ελλήνων. Ενώ η προσθήκες των πρώτων πραγματικά μεγάλων αποκτημάτων από την Ελληνική αγορά (των Παπαλουκά και Σπανούλη) έγιναν ενώ δεν είχαν μεγαλώσει το όνομα τους στον Ολυμπιακό.

Οπότε μήπως το ζητούμενο μετατρέπεται σε Έλληνες ναι – αλλά στην κατάλληλη τιμή;

Κάτι που δεν μπορεί να γίνει καθώς η μέχρι τώρα υποχρεωτική χρήση 6 ξένων οδηγεί σε νομοτελειακή υπεραξία των μέτριων προς καλών συμβολαίων των Ελλήνων.

Από την άλλη το παράδειγμα του Ολυμπιακού 2011-12, που εξελίχθηκε σε πρότυπο. Προέκυψε – δεν έγινε βάση σχεδίου.

  • Γιατί το ηχητικό του Μπουρούση και η προχωρημένη ηλικία του Παπαλουκά, διευκόλυναν την αποχώρηση τους.
  • Γιατί ο Μίλος Τεόντοσιτς δυσκολευόταν στην συνύπαρξη του με τον Σπανούλη.
  • Γιατί τα λεφτά της ΤΣΣΚΑ ήταν πολλά για τον Μίλος.
  • Γιατί ο Ολυμπιακός εκείνο το καλοκαίρι φαινόταν να εγκαταλείπει τις υψηλές φιλοδοξίες και το υψηλό Budget.
  • Και ακόμα σημαντικότερο οι διάφορες συγκυρίες που αφορούσαν τους νέους παίκτες της ομάδας τους έκαναν σημαντικούς.

Όλα αυτά δημιούργησαν μια περίπτωση έκτακτης ανάγκης – που ξεκίνησε για one last dance και εξελίχθηκε σε μυθικό χορό.

CSKA Moscow v Olympiacos Piraeus -Final - Turkish Airlines EuroLeague Final Four

Αλλά για να φτάσουμε εκεί:

  • Ο Παπανικολάου είχε πάρει χρόνο στον Ολυμπιακό της προηγούμενης χρονιάς με 13 λεπτά ανά μέσο όρο στη Ευρωλίγκα.
  • Ο Σλούκας έφτιαχνε χαρακτήρα με ενεργό ρόλο σε ντέρμπι ΠΑΟΚ-Άρη.
  • Ο Μάντζαρης είχε και αυτός ενεργή συμμετοχή στο Περιστέρι με σχεδόν 25 λεπτά ανα παιχνίδι.
  • Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τις πολλές επιτυχίες των συγκεκριμένων παικτών στις μικρές Εθνικές.
  • Και φυσικά την μεγάλη και ουσιαστική αλλαγή / επιλογή να στραφεί η ομάδα στους αθλητικούς σέντερ από εκείνη την σαιζόν, από την αρχή με (Χαινς) η στην μέση της σαιζόν με (Ντόρσει).
  • Η ιστορία έχει δείξει ότι κατά κανόνα όταν ο Ολυμπιακός κατακτούσε τίτλους και διακρίσεις υπήρχε τουλάχιστον ένας πολύ καλός ξένος ανάμεσα στους πρωταγωνιστές.
  • Έτσι και οι ομάδες των που κατακτούσαν τίτλους, είχαν συνήθως μια καλή Ελληνική βάση να τις συνοδεύει.

(Αλλά δεν υπήρχε και άλλη επιλογή αφού ο αριθμός των ξένων, κοινοτικών και Ελλήνων για αρκετά χρόνια ήταν δεσμευτικός)

Στην δεκαετία του 90. Οι Σιγάλας, Φασούλας, Δημήτρης Παπανικολάου, Μπακατσιάς. Στις ομάδες του 2009-2011 οι Βασιλόπουλος, Μπουρούσης, Παπαλουκάς,  Και η πιο πρόσφατη με Σπανούλη μπροστάρη. Και την παρέα των Σλούκα, Κώστα Παπανικολάου, Πρίντεζη και Μάντζαρη. Με τις εξαιρέσεις να υπάρχουν και εδώ. Με τον Ολυμπιακό του 1992-93. Που επιθετικά οι Έλληνες ήταν συμπληρωματικοί χωρίς υπερβολή στο σύνολο μιας σαιζόν. Και ίσως και την σαιζόν 2001-2002. Που υπήρχε όμως μια χρήσιμη τριάδα Ελλήνων με Μπουντούρη, Δημήτρη Παπανικολάου και Παπαλουκά.

Ακόμα όμως και ο συνδυασμός καλών Ελλήνων και ποιοτικών ξένων δεν εγγυάται από μόνος του επίτευξη του στόχου, αν το παζλ δεν συμπληρωθεί σωστά.

Με χαρακτηριστικά παραδείγματα που μας είχαν απασχολήσει σε άλλο κείμενο τον Παναθηναικο της τριετίας 2008-2010 που έμεινε εκτός προημιτελικών Ευρωλίγκας 2 φορές. Και τον Ολυμπιακο του 2010-11 που με μια ντριμ-τιμ ειδικά στην περιφέρεια, δεν βρήκε τον δρόμο για το F4.

Γενικά δεν υπάρχει μαγική συνταγή για την επιτυχία στο μπάσκετ. Γιατί το παιχνίδι εξελίσεται όπως και οι ιδέες γύρω από αυτό αλλά και οι αθλητές.

Κάτι που το έχουμε ζήσει στην μέγιστη παράνοια του πάλι την σαιζόν 2010-2011. Με τον Ίβκοβιτς να έχει στον Ολυμπιακό τους Τεόντοσιτς και Κέσελ να προέρχονται από όργια στην Εθνική Σερβίας που ήταν ο ίδιος ο Ντούντα προπονητής. Και να μην φτάνουν ούτε κατά προσέγγιση την ίδια απόδοση και σε συλλογικό επίπεδο. Όμως δεν χρειάζεται να εστιάσουμε σε ακραίες περιπτώσεις που δεν συμβαίνουν καθημερινά όπως αυτή του Κέσελ. Ούτε να υποδείξουμε το αυτονόητο, ότι τα ζητούμενα στο μπάσκετ διαφοροποιούνται καθώς ο χρόνος περνάει.

Αρκούν μερικά παραδείγματα που έχουν σκοπό να δείξουν 2 πράγματα.

Αρχικά ας πάρουμε ως αντικείμενο μελέτης  τους 2 πιο μεγάλους προπονητές που πέρασαν από τον παγκο του Ολυμπιακού. Τους Ίβκοβιτς και Ιωαννίδη. Με τον Ίβκοβιτς να έχουμε επισημάνει την δουλειά του με τα νέα παιδία. Και τον Ιωαννίδη να παίρνει πρωτάθλημα με τα μωρά το 1992-1993 αλλά και απέναντι σε ομάδες με πλούσια ρόστερ. Και να ανακαλύπτει τον Τσακαλίδη φέρνοντας τον στο προσκήνιο. Αλλά αμφότερους να έχουν στα χέρια τους τον Ζεβροσένκο. Και κανένας τους, να μην του δίνει βασικό ρόλο, μέχρι ο Πεδουλάκης στο Περιστέρι να γίνει ο πρώτος που τον εμπιστεύτηκε πραγματικά. Παρά το γεγονός ότι προσομοίαζε αρκετά σε στοιχεία με παίκτες που είχαν ωφεληθεί από τους 2 αυτούς coach.

157988.jpg

Α) Δείχνοντας ότι ακόμα και οι ίδιοι οι υπεύθυνοι των ομάδων και μάλιστα ορισμένοι πολύ έμπειροι δεν ακολουθούν πάντα τις δοκιμασμένες συνταγές, ακόμα και αν είναι προφανείς.

Β) Και το δεύτερο που είναι απαραίτητο να επισημανθεί, είναι κάτι που ήδη ξέρετε, ότι χρειάζεται και τύχη. Για την οποία όμως – όπως έλεγαν και οι Στωικοί φιλόσοφοι πρέπει να έχεις προετοιμαστεί κατάληλα για να την συναντήσεις.

luciusannaeusseneca1-2x.jpg

Και δεν αναφερόμαστε σε τραυματισμούς η σουτ που μπήκαν και βγήκαν. Αλλά ακόμα και για μερικές από τις αποφάσεις προπονητών που άλλαξαν την πορεία των πραγμάτων. Και έμειναν στην Ιστορία. Π.χ. του Ίβκοβιτς το 1997. Που οι λάθος επιλογές ξένων σμολ-φόργουορντ. Έδωσαν την ευκαιρία για μετατόπιση του Σιγάλα και στην θέση 3. Και τον Τόμιτς να γίνεται δίδυμο με τον Ρίβερς με τα γνωστά ευεργετικά αποτελέσματα.

Αλλά και επίσης το περιβόητο κόλπο του Ζέλικο Ομπράντοβιτς στο Φάιναλ Φορ της Μπολόνια. Με τον Μποντιρόγκα στο 4. Που προέκυψε από επίσης λανθασμένη επιλογή στο 4 με τον Κόρει Αλμπάνο. Και το ότι ο Ομπράντοβιτς δεν ήταν και πολύ φανατικός υπέρ των αλλαγών μέσα στην σαιζόν. Αναβάλλοντας την απόκτηση του Μπακ Τζόνσον, που φημολογούταν ότι θα ερχόταν.

Έτσι καταλαβαίνει κανείς ότι το ζήτημα επιτυχία στο άθλημα της καλαθόσφαιρας, είναι πολύ βαθύτερο από τον αριθμό των γηγενων που έχει μια ομάδα – για να εστιάσουμε υπερβολικά εκεί.

Θα  κλείσουμε  όμως με το συμπέρασμα ότι ο αυξημένος ή όχι αριθμός των ξένων δεν θα επηρεάσει περιπτώσεις σαν τον Σλούκα. Ειδικά όταν είναι στο ολιγοπώλιο των καλών Ελλήνων γκαρντ. Που μπορεί να ζητήσει δυνητικά υπεραξία από Ελληνικές ομάδες και να την βρεί για παράπλευρους εμπορικούς λόγους. Ίσως ένα τέτοιο συμβόλαιο σε Έλληνα να κλονίσει κάποιες αποδοχές ορισμένων Ελλήνων διεθνών. Αλλά η δυνατότητα για έξι Αμερικάνους που ενδέχεται να αλλάξει το τοπίο αφού βρισκόμαστε ακόμα στα πρώτα χρόνια της εφαρμογής της. Θα επηρεάσει λογικά περισσότερο τους μεσαίας και μικρομεσαίας αγωνιστικής αξίας παίκτες.

Από ιστορικής απόψεως πάντα θα υπάρχουν πάντα υπεραξίες σε εγχώριους παίκτες από τον Χρήστο Τσέκο λόγω της τότε λειψανδρίας ψηλών μέχρι το σύγχρονοκαι αγαπημένο παράδειγμα πολλών όταν τίθεται θέμα υπερβολικής αμοιβής του Μάντζαρη. Αυτό όμως είναι κυρίως ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει αυτούς που επιλέγουν να προσφέρουν αυτά τα συμβόλαια.

Και σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, όσο και αν το μοντέλο των Αγγελόπουλων δούλεψε στην Ευρώπη για μερικά χρόνια. Νομοτελειακά – δεν μπορείς να κρατήσεις μια ομάδα σε υψηλό επίπεδο με  χαμηλό μπάτζετ για σειρά ετών. Γιατί στην πιο αισιόδοξη περίπτωση για να είναι λειτουργική χρειάζεται τουλάχιστον ένας παίκτης αξίας Σπανούλη για να κάνει τους μέτριους να μοιάζουν καλύτεροι από ότι είναι. Και Σπανούληδες δεν βγαίνουν συχνά!

Ολοκληρώνοντας αυτό κέιμενο καταλήγουμε πως το να έχεις ένα κορμό για χρόνια είναι πράγματι το ζητούμενο. Γιατί διασφαλίζει καλύτερη κατανόηση και αυτοματισμούς μέσα στην ομάδα (αγωνιστικούς και μη). Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να είναι κορμός γηγενών.

Μια ματιά στα ρόστερ των Real Madrid, CSKA Moscow, Fenerbahce των πλέον επιτυχημένων ομάδων της Euroleague των τελευταίων ετών μας δείχνει το δρόμο προς το μέλλον.

Next Post

Επιστροφές... καταστροφές

Με την υπόθεση επανένταξης του Σλούκα στον Ολυμπιακό να λήγει άδοξα (σύμφωνα […]

Subscribe US Now

%d bloggers like this: